ω, γλυκιά μου πατρίδα

θυμάμαι μια παλιά, αληθινή ιστορία που λεγόταν στο θιάκι.

ένας θιακός είχε ξενιτευτεί στη νέα υόρκη. έζησε χρόνια μακριά από το νησί και κάποια στιγμή αποφάσισε να γυρίσει. είχε αγοράσει ένα σπίτι στην παραλία, στο βαθύ.

όταν έφτασε ξανά στο θιάκι, γονάτισε, φίλησε το χώμα και είπε:

«ω, γλυκιά μου πατρίδα!»

οι θιακοί, με εκείνο το πείραγμα που πάντα είχαμε μεταξύ μας, του κόλλησαν από τότε το παρατσούκλι:

«ο ω γλυκιά μου πατρίδα».

μπορεί να γελούσαν μαζί του.

εκείνος όμως ήξερε γιατί φίλησε το χώμα.

η ξενιτιά τότε ήταν αλλιώς

σήμερα παίρνεις ένα αεροπλάνο και μέσα σε λίγες ώρες βρίσκεσαι στην άλλη άκρη του κόσμου.

μιλάς με τα παιδιά σου από το κινητό, βλέπεις τα εγγόνια σου στην οθόνη, μαθαίνεις κάθε μέρα τι γίνεται στο χωριό σου.

η απόσταση υπάρχει, αλλά κάπως μικραίνει.

για τον παλιό ξενιτεμένο όμως η νέα υόρκη δεν ήταν απλώς μακριά.

ήταν ένας άλλος κόσμος.

έφευγες από το θιάκι και δεν ήξερες πότε θα επιστρέψεις.

άφηνες μάνα και πατέρα, αδέλφια, φίλους, το σπίτι, το χωριό, τη θάλασσα.

έπαιρνες μαζί σου λίγα πράγματα και πολλές αναμνήσεις.

κι έπρεπε να φτιάξεις τη ζωή σου από την αρχή.

άλλη γλώσσα.

άλλοι άνθρωποι.

άλλοι δρόμοι.

άλλος ουρανός.

δούλευες, δημιουργούσες, έκανες οικογένεια, ίσως αποκτούσες περιουσία.

αλλά κάπου μέσα σου υπήρχε πάντα ένα μικρό κομμάτι γης που λεγόταν θιάκι.

πατρίδα είναι αυτό που σου λείπει

ίσως τελικά την πατρίδα τη νιώθεις περισσότερο όταν βρίσκεσαι μακριά της.

όσο ζεις μέσα της, τη θεωρείς δεδομένη.

γκρινιάζεις για τα στραβά της.

μαλώνεις με τους ανθρώπους της.

βρίζεις τους δρόμους της.

βαριέσαι ακόμη και τα ίδια τοπία που βλέπεις κάθε μέρα.

όταν όμως φύγεις μακριά, συμβαίνει κάτι παράξενο.

αρχίζεις να θυμάσαι τα μικρά.

ένα καντούνι.

μια μυρωδιά.

μια αυλή.

ένα πανηγύρι.

μια βάρκα στο λιμάνι.

τη φωνή ενός ανθρώπου που μπορεί να μην υπάρχει πια.

κι αυτά τα μικρά, που κάποτε δεν τους έδινες σημασία, γίνονται ξαφνικά τεράστια.

γίνονται πατρίδα.

το θιάκι των ξενιτεμένων

η ιστορία της ιθάκης είναι γεμάτη ξενιτιά.

άλλοι έφυγαν για την αμερική.

άλλοι για την αυστραλία.

άλλοι για την αγγλία.

άλλοι πήραν τους δρόμους της θάλασσας.

έφτιαξαν σπίτια και οικογένειες μακριά, πρόκοψαν, δούλεψαν σκληρά.

κι όμως πολλοί δεν έκοψαν ποτέ τον ομφάλιο λώρο με το νησί.

έστελναν χρήματα πίσω.

έφτιαχναν το πατρικό.

γύριζαν όταν μπορούσαν.

κι αργότερα έφερναν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, για να τους δείξουν από πού ξεκίνησε η οικογένεια.

γι’ αυτό και σήμερα, όταν έρχονται οι ξενιτεμένοι μας το καλοκαίρι, ιδιαίτερα στα χωριά συμβαίνει κάτι όμορφο.

ανοίγουν τα κλειστά σπίτια.

ανάβουν τα φώτα.

γεμίζουν οι αυλές.

ακούγονται πάλι φωνές στα καντούνια.

για λίγο επιστρέφει μαζί τους και ένα κομμάτι από το παλιό θιάκι.

ίσως γι’ αυτό ο οδυσσέας γεννήθηκε εδώ

και κάπου εδώ είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς τον οδυσσέα.

ο μεγαλύτερος ίσως ξενιτεμένος της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν λαχταρούσε πλούτη.

είχε γνωρίσει βασιλιάδες, χώρες, θάλασσες και παράξενους κόσμους.

ένα πράγμα ήθελε.

να γυρίσει στην ιθάκη.

αυτός είναι ο νόστος.

όχι απλώς η επιστροφή.

η λαχτάρα της επιστροφής.

και ίσως εμείς οι θιακοί καταλαβαίνουμε αυτή τη λέξη λίγο καλύτερα, γιατί για γενιές ολόκληρες η ξενιτιά και η επιστροφή ήταν κομμάτι της ζωής μας.

άλλος γύρισε από την αμερική.

άλλος από την αυστραλία.

άλλος από τα καράβια.

κι εκείνος ο παλιός θιακός γύρισε κάποτε από τη νέα υόρκη.

πάτησε ξανά το χώμα του νησιού.

γονάτισε.

το φίλησε.

«ω, γλυκιά μου πατρίδα!»

οι θιακοί τον φώναζαν από τότε «ο ω γλυκιά μου πατρίδα».

ίσως για πείραγμα.

ίσως και με λίγη τρυφερότητα.

εγώ πάντως, όσο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο γελάω με εκείνον τον άνθρωπο.

γιατί για να γονατίσεις και να φιλήσεις το χώμα,

πρέπει πρώτα να έχεις πονέσει πολύ που το άφησες.


«καράβια που έπαιρναν ανθρώπους μακριά, μα δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους την πατρίδα από την καρδιά τους. γιατί ο ξενιτεμένος, όπου κι αν φτάσει, πάντα κάπου μέσα του ταξιδεύει προς το σπίτι.» δδμανιάς

Hot this week

αν ζεις από το θιάκι, να το αγαπάς δυο φορές

κάθε καλοκαίρι το θιάκι αλλάζει. έρχεται κόσμος, ανοίγουν σπίτια, γεμίζουν...

δημ πρεβεζάνος: η ιστορία δεν είναι τα χαρτιά. είναι οι άνθρωποι

την κυριακή 16 αυγούστου, στο δημοτικό μορφωτικό κέντρο ιθάκης,...

«καπιταλισμός = η απάτη του χρήματος»

το χρήμα το έφτιαξε ο άνθρωπος για να τον...

η ιθάκη στον καιρό των βενετών

απόψε, η ιθάκη γυρίζει μερικούς αιώνες πίσω πώς ήταν άραγε...

«Έχε στο νου σου το Θιάκι». 

οι αρχαίοι έλληνες τη φιλοξενία την έλεγαν ξενία. και δεν ήταν...

Topics

αν ζεις από το θιάκι, να το αγαπάς δυο φορές

κάθε καλοκαίρι το θιάκι αλλάζει. έρχεται κόσμος, ανοίγουν σπίτια, γεμίζουν...

δημ πρεβεζάνος: η ιστορία δεν είναι τα χαρτιά. είναι οι άνθρωποι

την κυριακή 16 αυγούστου, στο δημοτικό μορφωτικό κέντρο ιθάκης,...

«καπιταλισμός = η απάτη του χρήματος»

το χρήμα το έφτιαξε ο άνθρωπος για να τον...

η ιθάκη στον καιρό των βενετών

απόψε, η ιθάκη γυρίζει μερικούς αιώνες πίσω πώς ήταν άραγε...

«Έχε στο νου σου το Θιάκι». 

οι αρχαίοι έλληνες τη φιλοξενία την έλεγαν ξενία. και δεν ήταν...

το θιάκι στο πιάτο

το θιάκι δεν σερβίρεται. προβάλλεται, προσφέρεται και προστατεύεται. κάθε καλοκαίρι...

«το θιάκι δεν είναι μόνο ένας αύγουστος»

διάβασα μια πολύ σκληρή κριτική επισκέπτη που μόλις γύρισε...

ο προμηθέας δεν έφυγε ακόμη από τον καύκασο

«πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει.»— σοφοκλής, αντιγόνη πολλά προκαλούν...

Related Articles

Popular Categories