μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου (ακούσματα για εκτοπισμένους)

0


1976 – Καντάτα για τη Μακρόνησο

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεύτρια: Μαρία Δημητριάδη
Συμμετέχουν: Μαρία Κανελλοπούλου, Γιώργος Κιμούλης, Νότα Μπενετάτου, Σάκης Μπουλάς, Μαριτίνα Πάσσαρη, Πάνος Σκουρολιάκος, Σοφία Σπυράτου, Μαρία Χατζησάββα.

Κάθε τόσο Μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι
απ το Μοριά, απ τη Ρούμελη
Και πιο πάνω απ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία
Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μάσπρα μουστάκια και φλοκάτες
Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι
Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου
Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων

Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεις
Πούχουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια
Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ το χώμα
Και τηράνε πίσω απ τους ώμους μας
Όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες
Κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι
Όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ τα βράχια
Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων
κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ το συρματόπλεγμα,
τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς-τρείς, πέντε-πέντε,
σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού

Και τότες πια δεν ξέρεις- έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς
αξούριστοι, άλαλοι,
δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους,
αν είναι ν ανάψουν το τσιγάρο τους
ή αν είναι ν ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.

Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.

Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους
που δε σηκώνει τ άδικο
Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο
στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,
σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,
με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.

Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας,
κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη,
σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους,
σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων,
σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή,
εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ τ αστροπελέκι.

&nbspYara yara – Νίκος Καββαδίας
Τραγουδάνε Οι Ξέμπαρκοι
Σύνθεση – ερμηνεία: Ηλίας Αριώτης – Νότης Χασάπης.
S/S Ιόνιον 1934

«…Mόλις φθάναμε στο τελευταίο λιμάνι, έπεφτα να κοιμηθώ, κι όταν ξυπνούσα τους είχε καταπιεί όλους η πάχνη του Yara Yara. Πού είχε πάει κείνος ο αχός, το βουητό που με κοίμιζε τόσες μέρες, που το βαριόμουνα και που τ’ αγαπούσα».
Νίκος Καββαδίας.

Βράδυ του 1951 η εργατούπολη του Williamstown ησυχάζει. Γύρω απλώνονται τα φώτα της Μελβούρνης. Ο Yara Yara «κυλάει βαρετά ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά». Στο κατάστρωμα του S/S Cyrenia ίσως να βαριέται και ο ίδιος ο ποιητής.

Yara yara.

Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος
σε σπίτι μέσα ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω
στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα
ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει -μην το πεις αλλού- σα γάτα η λαμαρίνα
και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δως μου ένα μαντίλι
εγώ και σ’ έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα Κεφαλονίτισσα και μάινα το καντήλι
σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ’ το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
έβενος, γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά
φέρνοντας προς το πέλαγος χωρίς να δίνει δυάρα
του κοριτσιού το φίλημα του στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα καφέ για τον πιλότο
λακίζετε αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω ποταμέ να ρίξω από χαρτόνι
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; – ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Hot this week

πόσο κοστίζει η πέτρα;

μια σκέψη για την αξία της πέτρας, του χρόνου...

τέλος τα δημοτικά τέλη μέσω της δεη. τι αλλάζει για τους πολίτες;

Μια σημαντική αλλαγή ανακοίνωσε η κυβέρνηση, η οποία αφορά...

τηλεμετρία. όταν το νερό αρχίζει να μιλάει

Ο Δήμος Ιθάκης παρουσιάζει αυτές τις ημέρες ένα έργο...

καιρός και θάλασσα, η περιουσία της ιθάκης

Την ώρα που μεγάλο μέρος της Ευρώπης δοκιμάζεται από...

ανεμομαζώματα, διαολοσκορπίσματα

Ο λαός δεν φτιάχνει παροιμίες για να περνά η...

Topics

πόσο κοστίζει η πέτρα;

μια σκέψη για την αξία της πέτρας, του χρόνου...

τέλος τα δημοτικά τέλη μέσω της δεη. τι αλλάζει για τους πολίτες;

Μια σημαντική αλλαγή ανακοίνωσε η κυβέρνηση, η οποία αφορά...

τηλεμετρία. όταν το νερό αρχίζει να μιλάει

Ο Δήμος Ιθάκης παρουσιάζει αυτές τις ημέρες ένα έργο...

καιρός και θάλασσα, η περιουσία της ιθάκης

Την ώρα που μεγάλο μέρος της Ευρώπης δοκιμάζεται από...

ανεμομαζώματα, διαολοσκορπίσματα

Ο λαός δεν φτιάχνει παροιμίες για να περνά η...

η γυναίκα, ο έρωτας και η ελευθερία

υπήρξε μια εποχή που ο άνθρωπος δεν είχε βασιλιάδες. δεν...

η ομορφιά της πέτρας

Η πέτρα δεν είναι απλώς ένα οικοδομικό υλικό. Είναι μνήμη. Είναι...

οι άριστοι, οι πλοίαρχοι και οι φτωχοί θιακοί

στην ιστορία της ιθάκης υπήρξαν άριστοι. υπήρξαν ευγενείς. υπήρξαν υποπρόξενοι. υπήρξαν πλούσιοι...

Related Articles

Popular Categories

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο