Κάποτε οι άνθρωποι ήθελαν να γίνουν γιατροί.
Να θεραπεύουν.
Ήθελαν να γίνουν δάσκαλοι.
Να μορφώνουν.
Ήθελαν να γίνουν ναυτικοί, γεωργοί, τεχνίτες, επιστήμονες.
Να αφήσουν πίσω τους κάτι χρήσιμο.
Σήμερα, όλο και περισσότεροι θέλουν να γίνουν…
influencers.
Όχι για να αλλάξουν τον κόσμο.
Αλλά για να αλλάξουν τον… αλγόριθμο.
Το πρωί ξυπνούν και κοιτάζουν πόσα likes πήρε η χθεσινή τους ανάρτηση.
Το μεσημέρι ανεβάζουν μία ακόμη.
Το βράδυ αγωνιούν γιατί ο γείτονας πήρε περισσότερες καρδιές.
Έτσι γεννήθηκε ένα νέο επάγγελμα.
Επαγγελματίας της επιρροής.
Το παράξενο είναι ότι οι περισσότεροι δεν επηρεάζουν σχεδόν κανέναν.
Εκτός από τον εαυτό τους.
Πιστεύουν ότι σώζουν τον κόσμο.
Από τον καναπέ.
Με το κινητό στο χέρι.
Μέσα σε μία ώρα έχουν λύσει:
τον πόλεμο,
την οικονομία,
το ασφαλιστικό,
την κλιματική αλλαγή,
το ποδόσφαιρο,
την υγεία,
την παιδεία,
και φυσικά…
το τι έπρεπε να κάνει ο γείτονας.
Το μόνο που δεν έχουν λύσει είναι ποιος θα βγάλει τα σκουπίδια.
Κάποτε οι άνθρωποι αναζητούσαν την αλήθεια.
Σήμερα αναζητούν την απήχηση.
Δεν τους ενδιαφέρει τόσο αν αυτό που λένε είναι σωστό.
Τους ενδιαφέρει αν θα γίνει viral.
Αν θα τους χειροκροτήσουν οι δικοί τους.
Αν θα θυμώσουν οι απέναντι.
Γιατί και ο θυμός φέρνει επισκεψιμότητα.
Σιγά σιγά, η γνώμη έγινε προϊόν.
Η οργή έγινε θέαμα.
Η υπερβολή έγινε επάγγελμα.
Και η σιωπή θεωρήθηκε αποτυχία.
Κι όμως…
Οι άνθρωποι που πραγματικά άλλαξαν τον κόσμο δεν είχαν followers.
Είχαν μαθητές.
Δεν κυνηγούσαν καρδιές.
Κέρδιζαν εμπιστοσύνη.
Δεν μετρούσαν κοινοποιήσεις.
Μετρούσαν ανθρώπους.
Κάποτε συνάντησα έναν ηλικιωμένο στο δρόμο
Δεν είχε Facebook.
Δεν είχε Instagram.
Δεν είχε TikTok.
Δεν είχε ούτε έξυπνο κινητό.
«Πόσους followers έχεις;» τον ρώτησε χαμογελώντας ένας νεαρός.
Ο γέρος τον κοίταξε ήρεμα.
«Δεν ξέρω, παιδί μου.
Ξέρω μόνο πόσοι έρχονται όταν τους χρειάζομαι.»
Ο νεαρός χαμογέλασε αμήχανα.
Κοίταξε την οθόνη του.
Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό…
δεν την ανανέωσε.
Επιμύθιο
Η επιρροή δεν μετριέται με likes.
Μετριέται από το αν ο λόγος σου κάνει έναν άνθρωπο να σκεφτεί, να χαμογελάσει ή να γίνει λίγο καλύτερος.
Και αυτό…
κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να το υπολογίσει.
— δδμανιάς
«Η “Πρέβεζα” του Καρυωτάκη δεν γράφτηκε για τα κοινωνικά δίκτυα. Γράφτηκε, όμως, για τον άνθρωπο που χάνεται μέσα στη ματαιότητα, στις ψευδαισθήσεις και στην ανάγκη να δώσει νόημα σε έναν κόσμο που συχνά μοιάζει παράλογος. Σήμερα, ανάμεσα στα likes, στους followers και στις ατέλειωτες κραυγές για λίγη ακόμη προσοχή, οι στίχοι της ακούγονται πιο σύγχρονοι από ποτέ. Ίσως γιατί η μεγαλύτερη αγωνία του ανθρώπου δεν ήταν ποτέ να ακουστεί· ήταν να μη χαθεί μέσα στον θόρυβο.» δδμανιάς


