δεκατέσσερα χρόνια πέρασαν από τότε που ξέσπασε η μεγάλη κρίση.
δεκατέσσερα χρόνια θυσιών.
δεκατέσσερα χρόνια μειωμένων μισθών.
δεκατέσσερα χρόνια περικοπών στις συντάξεις.
δεκατέσσερα χρόνια λουκέτων, ανεργίας, ξενιτιάς και ανασφάλειας.
η ελληνική κοινωνία πλήρωσε ακριβά.
πολύ ακριβά.
της ζητήθηκε να κάνει θυσίες για να σωθεί η οικονομία.
να κάνει θυσίες για να σωθούν οι τράπεζες.
να κάνει θυσίες για να σταθεί η χώρα όρθια.
και τις έκανε.
χωρίς να τη ρωτήσει κανείς αν αντέχει.
σήμερα όμως η κοινωνία δικαιούται να θέσει και τα δικά της ερωτήματα.
αν οι πολίτες πλήρωσαν το κόστος της διάσωσης, γιατί εξακολουθούν να ζουν με τον φόβο της απώλειας του σπιτιού τους;
αν οι τράπεζες σώθηκαν, πότε θα σωθεί η κοινωνία;
αν η οικονομία σταθεροποιήθηκε, γιατί τόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αναπνεύσουν;
η συζήτηση για τα κόκκινα δάνεια δεν αφορά μόνο αριθμούς.
αφορά ανθρώπους.
αφορά οικογένειες.
αφορά τον κόπο μιας ζωής.
αφορά το αν μια κοινωνία μπορεί να κρατήσει την αξιοπρέπειά της.
κανείς δεν λέει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν κανόνες.
κανείς δεν λέει ότι δεν πρέπει να τηρούνται οι συμφωνίες.
όμως υπάρχει μια αρχή πιο παλιά από τις αγορές, πιο παλιά από τις τράπεζες και πιο παλιά από τα funds.
η κοινωνία.
για την κοινωνία δημιουργήθηκαν οι νόμοι.
για την κοινωνία δημιουργήθηκε το κράτος.
για την κοινωνία υπάρχει η οικονομία.
όχι το αντίστροφο.
γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι αν θα δυσαρεστηθούν τα funds.
το ερώτημα είναι αν μπορεί μια δημοκρατία να αποδέχεται ότι η τύχη χιλιάδων οικογενειών καθορίζεται αποκλειστικά από την απόδοση μιας επένδυσης.
η κοινωνία δεν επαιτεί.
δεν ζητά ελεημοσύνη.
δεν ζητά προνόμια.
διεκδικεί.
διεκδικεί το δικαίωμα να ζει με αξιοπρέπεια.
διεκδικεί το δικαίωμα να προστατεύει τους πιο αδύναμους.
διεκδικεί το δικαίωμα να έχει λόγο για το μέλλον της.
και πάνω απ’ όλα διεκδικεί κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο.
ότι σε μια δημοκρατία η δύναμη της κοινωνίας πρέπει να είναι μεγαλύτερη από τη δύναμη οποιασδήποτε αγοράς.
γιατί οι αγορές υπάρχουν για τους ανθρώπους.
οι άνθρωποι δεν υπάρχουν για τις αγορές.
— δδμανιάς
«το “δεν σε γουστάρω πια” δεν μιλά μόνο για έναν έρωτα που τελείωσε.
μιλά για τη στιγμή που τελειώνουν οι αυταπάτες.
για τη στιγμή που ένας άνθρωπος καταλαβαίνει ότι έδωσε περισσότερα απ’ όσα πήρε.
ότι πίστεψε περισσότερα απ’ όσα άξιζαν.
ότι περίμενε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
ίσως γι’ αυτό το τραγούδι παραμένει επίκαιρο.
γιατί κάποτε το λένε οι ερωτευμένοι.
κάποτε οι φίλοι.
και κάποιες φορές ολόκληρες κοινωνίες.
όταν κουράζονται να ακούνε υποσχέσεις και αρχίζουν να ζητούν πράξεις.»
— δδμανιάς

