thegreekcloud | 11.11.2016 | 12:36
Old Boy
Καλοκαίρι του 2008. Είμαι στον Λέοναρντ Κοέν. Και τον χειροκροτώ. Και συγκινούμαι. Και τα χειροκροτήματα πίσω και μπροστά μου, δεξιά και αριστερά μου, αισθάνομαι πως είναι εξίσου συγκινημένα, εξίσου γεμάτα θερμότητα κι ευγνωμοσύνη. Έτσι όπως είμαι στριμωγμένος, τα χέρια μου είναι σχεδόν κολλημένα στα πλευρά μου και τα νιώθω σαν να ξεκινoύν κατευθείαν από την καρδιά μου προτού σηκωθούν στον αέρα και ενωθούν σε χειροκρότημα μετά από κάθε τραγούδι που τελειώνει.
Λέοναρντ, σε παρατηρώ στη σκηνή και σκέφτομαι ότι απ’ αυτό το σώμα το ξερακιανό, απ’ αυτό το σώμα το γυρτό, απ’ αυτό το σώμα που καταλαμβάνει τόσο λίγο χώρο στη γη έχει ξεχυθεί δυσανάλογα τόσο πολύ πνεύμα, δυσανάλογα τόσο πολύ φως. Σε χειροκροτώ και σε χειροκροτώ. Είναι απειροελάχιστο το ξέρω, αλλά τι θα μπορούσα να κάνω που να αντιστοιχεί στα συναισθήματά μου; Τώρα από την καρδιά ξεκινούν αυτές εδώ οι λέξεις. Ανάξιό σου γραπτό χειροκρότημα, ανάξιός σου λυρισμός. Αλλά πώς θα μπορούσα να γράψω κάτι αντάξιό σου; Με έχεις στοιχειώσει, με έχεις αλώσει, σε κουβαλάω, σε φέρω μαζί μου διαρκώς. Αλλάζω απόψεις και συνήθειες, φόβους και ελπίδες, αλλάζω ζωή, έχω αλλάξει μέχρι και εαυτό, αλλά αυτό το κομμάτι του εαυτού μου που σε λάτρεψε παραμένει δικό σου. Γίνεται ολοένα και βαθύτερα δικό σου.
Η συναυλία κοντεύει να τελειώσει. Αρχίζω να αγχώνομαι. Δεν θα πεις το «Famous Blue Raincoat»; Κάποιος το απαιτεί φωναχτά. Μετά ένας άλλος. Δεν είμαι κανείς από τους δύο. Αλλά είμαι και οι δυο τους, είμαι όσοι σε λάτρεψαν και έχουν πια πεθάνει, είμαι όσοι θα σε λατρέψουν και δεν έχουν ακόμη γεννηθεί οι προπάπποι τους. Είμαι όλοι όσοι δεν θα μπορέσουν ποτέ να εκφράσουν επαρκώς πόσο μα πόσο πολύ σε αγαπούν.


