κάπου στα σύνορα του τσαντ με το σουδάν υπάρχει ένα μικρό χωριό.
λέγεται κουκου ανγκαράνα.
λίγες καλύβες.
ένα μεγάλο δέντρο.
μερικές κατσίκες.
ένα βουνό στον ορίζοντα.
το κοντινότερο χωριό απέχει ογδόντα χιλιόμετρα.
όταν η σκιά του δέντρου πέφτει προς τη δύση, ένας υπέργηρος κάθεται από κάτω και λέει παραμύθια στα παιδιά.
κάποτε τον ρώτησα.
— παππού, εδώ αλλάζει ποτέ τίποτα;
ο γέρος γέλασε.
— εδώ δεν είναι ελλάδα.
εδώ είναι κουκου ανγκαράνα.
όλο και κάτι αλλάζει κάθε δέκα χρόνια.
— δηλαδή;
— πριν δέκα χρόνια η μπίλιω γέννησε ένα ψόφιο κατσίκι.
πριν είκοσι ξεράθηκε το μεγάλο δέντρο.
πριν τριάντα ένας πήγε μέχρι το βουνό.
και γύρισε.
— κι άλλο;
— ένας πήγε μέχρι την ντζαμένα.
γύρισε μετά από μήνες.
μας είπε πως εκεί τα σπίτια είχαν δύο ορόφους.
κανείς δεν τον πίστεψε.
μετά πέθανε.
τον κοίταζα και δεν ήξερα αν μιλούσε σοβαρά ή αν με πείραζε.
εκείνος χαμογέλασε.
— εδώ, παιδί μου, αν δεν αλλάξει η ζωή του ανθρώπου,
ο τόπος μένει ίδιος.
ό,τι κι αν λένε οι αρχηγοί της φυλής.
έκανε μια μικρή παύση.
σήκωσε το χέρι προς το βουνό.
— και να θυμάσαι κάτι ακόμη.
κάθε δέκα χρόνια έρχεται κι ένας μάγος από την πρωτεύουσα.
φέρνει χάρτες.
φέρνει σχέδια.
φέρνει υποσχέσεις.
μας λέει πως τώρα αρχίζει μια καινούργια εποχή.
μας εξηγεί πόσο άλλαξε το χωριό.
φεύγει.
κι εμείς συνεχίζουμε να ψάχνουμε την ίδια κατσίκα.
τα παιδιά γέλασαν.
ο γέρος όχι.
κοίταξε το βουνό.
ύστερα κοίταξε το ξερό πηγάδι.
και ψιθύρισε:
— οι άνθρωποι δεν ζουν με τις ανακοινώσεις.
ζουν με το νερό.
με το ψωμί.
με τη δουλειά.
με την ελπίδα.
όταν αλλάξουν αυτά,
τότε αλλάζει και ο τόπος.
όλα τα άλλα είναι παραμύθια.
και τα παραμύθια…
τα λέμε μόνο στα παιδιά.
μερικοί λένε πως στην έρημο δεν αλλάζει τίποτα. αρκεί όμως να ακούσεις τον ρυθμό της. θα καταλάβεις πως ακόμη και η σιωπή αλλάζει λίγο λίγο, όπως αλλάζει και η ζωή των ανθρώπων. δδμανιάς


