Ο άνθρωπος έκανε θαύματα.
Πέταξε στον ουρανό.
Πήγε στο φεγγάρι.
Έβαλε όλη τη γνώση του κόσμου μέσα σε ένα κινητό.
Μιλάει με την άλλη άκρη της Γης σε ένα δευτερόλεπτο.
Κι όμως…
Δεν βρίσκει δέκα λεπτά να πιει έναν καφέ με τον γείτονά του.
Προοδεύσαμε.
Πολύ.
Αλλά κάτι χάσαμε στον δρόμο.
Παλιά ο γείτονας αγόραζε έναν γάιδαρο.
Όλο το χωριό πήγαινε να τον δει.
«Να τον χαίρεσαι.»
Σήμερα αγοράζει αυτοκίνητο.
Και πριν ακόμη βγάλει την κορδέλα, ακούγεται η πρώτη ερώτηση:
«Πού τα βρήκε τα λεφτά;»
Η πρόοδος έκανε άλματα.
Η καχυποψία ακόμη μεγαλύτερα.
Παλιά ένας ψαράς έπιανε δέκα σαργούς.
Έδινε τους τρεις στον γείτονα.
Σήμερα πιάνει δέκα σαργούς.
Βγάζει τριάντα φωτογραφίες.
Δύο βίντεο.
Τέσσερις αναρτήσεις.
Και στο τέλος οι σαργοί έχουν περισσότερους θαυμαστές από τον ψαρά.
Παλιά χτιζόταν ένα σπίτι.
Έρχονταν φίλοι.
Συγγενείς.
Γείτονες.
Άλλος κουβαλούσε πέτρες.
Άλλος ασβέστη.
Άλλος νερό.
Άλλος κουράγιο.
Σήμερα χτίζεται ένα σπίτι.
Έρχεται ο μηχανικός.
Ο λογιστής.
Ο δικηγόρος.
Ο ελεγκτής.
Και στο τέλος, ίσως περάσει κι ένας γείτονας να πει μια καλημέρα.
Παλιά πέντε φίλοι κάθονταν σε μια αυλή.
Ένα καρπούζι.
Μια κιθάρα.
Δύο ποτήρια κρασί.
Γέλια μέχρι τα μεσάνυχτα.
Σήμερα πέντε φίλοι στο ίδιο τραπέζι.
Πέντε κινητά.
Τέσσερις φορτιστές.
Τρεις αναρτήσεις.
Δύο ειδοποιήσεις.
Μία κουβέντα.
Και αυτή διακόπτεται από έναν ήχο.
Παλιά ο παππούς καθόταν στο κατώφλι.
Χαιρετούσε όποιον περνούσε.
Ήξερε όλα τα παιδιά του χωριού με το μικρό τους όνομα.
Σήμερα ξέρουμε τι έφαγε ένας άγνωστος στην άλλη άκρη του κόσμου.
Και δεν ξέρουμε ποιος μένει απέναντί μας.
Παλιά ζηλεύαμε τον γείτονα γιατί είχε δύο κατσίκες.
Σήμερα ζηλεύουμε κάποιον που ούτε γνωρίζουμε, επειδή ανέβασε μια φωτογραφία από μια εξωτική παραλία.
Παλιά η ζήλια είχε διεύθυνση.
Σήμερα έχει… σύνδεση στο διαδίκτυο.
Παλιά λέγαμε:
«Έλα να πιούμε έναν καφέ.»
Σήμερα λέμε:
«Στείλε μου μήνυμα να κανονίσουμε.»
Και το μήνυμα περιμένει.
Όπως περιμένει κι ο καφές.
Το πιο παράξενο όμως είναι άλλο.
Όσο περισσότερα αποκτήσαμε, τόσο περισσότερα αρχίσαμε να χρειαζόμαστε.
Μεγαλύτερο σπίτι.
Μεγαλύτερη τηλεόραση.
Μεγαλύτερο αυτοκίνητο.
Μεγαλύτερο κινητό.
Μεγαλύτερο εγώ.
Κι όμως…
Η χαρά δεν μεγάλωσε μαζί τους.
Δεν μας κουράζει μόνο η δουλειά.
Μας κουράζει και η σύγκριση.
Δεν μας βασανίζει μόνο η φτώχεια.
Μας βασανίζει και ο φθόνος.
Δεν μας κλέβει μόνο ο χρόνος.
Μας κλέβουν και τα κόμπλεξ.
Η ανάγκη να αποδείξουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τον διπλανό μας.
Λες και στο τέλος της ζωής θα απονεμηθεί κύπελλο.
Η ζωή όμως δεν είναι πρωτάθλημα.
Δεν κερδίζει όποιος έχει τα περισσότερα.
Κερδίζει όποιος χάρηκε περισσότερο.
Όποιος γέλασε περισσότερο.
Όποιος αγάπησε περισσότερο.
Όποιος έφυγε αφήνοντας πίσω του ανθρώπους που χαμογελούν όταν τον θυμούνται.
Δεν χάσαμε την τεχνολογία.
Δεν χάσαμε την άνεση.
Δεν χάσαμε την πρόοδο.
Αυτά τα κερδίσαμε.
Στον δρόμο όμως χάσαμε λίγο χρόνο για τους ανθρώπους.
Λίγη αθωότητα.
Λίγη εμπιστοσύνη.
Λίγη γειτονιά.
Λίγο γέλιο χωρίς λόγο.
Ίσως ήρθε η ώρα να τα ψάξουμε.
Γιατί μπορεί να μην τα χάσαμε για πάντα.
Ίσως απλώς τα προσπεράσαμε βιαστικά.
Και, αν τα ξαναβρούμε, ίσως ανακαλύψουμε ότι η πιο μεγάλη πρόοδος δεν είναι να γίνουν οι μηχανές εξυπνότερες.
Είναι να ξαναγίνουν οι άνθρωποι λίγο πιο άνθρωποι.
— δδμανιάς
«Η πρόοδος μας έμαθε να αποκτούμε περισσότερα. Η “Guantanamera” μας θυμίζει κάτι πιο δύσκολο: να μη χάσουμε τον άνθρωπο. Γιατί στο τέλος, η πιο μεγάλη περιουσία δεν είναι αυτά που έχουμε. Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους διαλέγουμε να μοιραστούμε τη ζωή μας.» δδμανιάς
«Με τους φτωχούς αυτού του κόσμου
θέλω να μοιραστώ τη μοίρα μου.»


