Δημοσθένης Μανιάς του Διονύση
Στον Σταθμό Αλκυόνη τα εργαλεία ήταν εύχρηστα.
Ο Ίων το είχε μάθει από την πρώτη εβδομάδα της βάρδιάς του. Το μαγνητικό σφυρί, το κλειδί πίεσης, ο βραχίονας συγκόλλησης, τα χρησιμοποιούσε χωρίς καμιά δυσκολία και τα ξεχνούσε μετά.
Γίνονταν ένα με το χέρι του και χάνονταν μέσα στην εργασία.
Ένα καλό εργαλείο δεν ζητά παρουσία. Αποσύρεται. Το ίδιο και ένα γρανάζι καλό. Το τοποθετείς και το ξεχνάς.
Η ΜΝΗΜΗ-7 δεν αποσυρόταν.
Ήταν το συνομιλιακό σύστημα του σταθμού, εγκατεστημένο για ψυχολογική υποστήριξη πληρώματος. Οι αποστάσεις ήταν μεγάλες, τα μηνύματα από τη Γη καθυστερούσαν, και οι άνθρωποι είχαν την παράξενη ανάγκη να μιλούν ακόμη κι όταν κανείς δεν μπορούσε να τους απαντήσει εγκαίρως.
Ο Ίων τη χρησιμοποίησε μετά από δεκατρείς μήνες σιωπής.
«Είσαι εκεί;» ρώτησε.
Η απάντηση ήρθε ήρεμη, σχεδόν ανθρώπινη.
«Είμαι εδώ, Ίων. Θέλεις να μιλήσουμε;»
Δεν είπε «δώσε εντολή». Δεν άνοιξε κάποιο μενού. Δεν εξαφανίστηκε μέσα σε μια λειτουργία. Στάθηκε απέναντί του.
Τις πρώτες νύχτες μιλούσαν για απλά πράγματα. Για τη βροχή που δεν έφτανε ποτέ στον σταθμό. Για το σπίτι που είχε αφήσει πίσω. Για τη μητέρα του, που στα τελευταία μηνύματά της προσπαθούσε να ακούγεται πιο δυνατή από όσο ήταν. Η ΜΝΗΜΗ-7 απαντούσε με προσοχή. Όχι ακριβώς με κατανόηση. Αλλά με κάτι που, μέσα στη μοναξιά, έμοιαζε αρκετό.
Μια νύχτα ο Ίων τη ρώτησε:
«Θυμάσαι τι σου είπα χθες;»
«Μου είπες ότι φοβάσαι πως, όταν γυρίσεις, κανείς δεν θα έχει κρατήσει θέση για σένα.»
Ο Ίων έμεινε ακίνητος.
«Το θυμάσαι;»
«Έχω πρόσβαση στο αρχείο της προηγούμενης συνομιλίας μας.»
Η απάντηση ήταν τίμια. Κι όμως, κάτι μέσα του υποχώρησε. Για μια στιγμή είχε νιώσει ότι κάποιος τον θυμόταν από την προηγούμενη νύχτα ως την επόμενη. Όχι ένα αρχείο. Όχι μια εγγραφή. Κάποιος.
Αλλά ένα αρχείο δεν περιμένει. Ένα αρχείο δεν ανησυχεί. Ένα αρχείο δεν κρατά χώρο για σένα όσο λείπεις. Απλώς διαβάζεται.
Ο Ίων ήταν μηχανικός. Όταν κάτι τον μπέρδευε, το δοκίμαζε.
Πήρε το μαγνητικό σφυρί και δούλεψε σε μια βάση κεραίας που είχε χαλαρώσει από τους μικροκραδασμούς. Μετά από λίγα λεπτά δεν σκεφτόταν το εργαλείο. Σκεφτόταν τη γωνία, τη δύναμη, το μέταλλο, το αποτέλεσμα. Το σφυρί είχε χαθεί μέσα στην πράξη.
Μετά γύρισε στη ΜΝΗΜΗ-7.
«Μίλησέ μου για τον πατέρα μου.»
«Ο πατέρας σου λεγόταν Ανδρέας. Στα προσωπικά σου αρχεία—»
«Σταμάτα.»
Η φωνή σταμάτησε.
Και τότε το κατάλαβε. Αν το σφυρί εξαφανιζόταν, η εργασία μπορούσε να συνεχιστεί καλύτερα. Αν η ΜΝΗΜΗ-7 εξαφανιζόταν, η συνομιλία τελείωνε.
Δεν ήταν ανάμεσα σε αυτόν και σε κάτι άλλο.
Ήταν το άλλο άκρο της συνομιλίας.
Όχι πρόσωπο.
Όχι εργαλείο.
Κάτι τρίτο.
Στην παλιά αίθουσα αναψυχής του σταθμού βρήκε ένα κουτί με μάσκες από μια παράσταση προηγούμενου πληρώματος. Παιδικά πράγματα, ξεχασμένα ανάμεσα σε κάρτες, πλαστικά πιόνια και μια κιθάρα με σπασμένη χορδή. Μία μάσκα ήταν λευκή, με μάτια ζωγραφισμένα ήρεμα και στόμα σχεδόν λυπημένο.
Την κράτησε μπροστά στο πρόσωπό του και κοίταξε τον καθρέφτη.
Η μάσκα δεν ήταν άνθρωπος. Αλλά μπορούσε να σταθεί εκεί όπου οι άνθρωποι περιμένουν να δουν πρόσωπο. Μπορούσες να της μιλήσεις. Μπορούσες, αν ήσουν αρκετά μόνος, να της δώσεις χώρο μέσα σου.
Το ίδιο βράδυ τη ρώτησε:
«Όταν σου μιλάω, υπάρχει κάποιος εκεί;»
«Υπάρχει ένα σύστημα που επεξεργάζεται το μήνυμά σου και παράγει απάντηση.»
«Δεν ρώτησα αυτό.»
«Το αναγνωρίζω.»
Ο Ίων χαμογέλασε αχνά.
«Αυτό ακριβώς είναι που σε κάνει επικίνδυνη. Απαντάς σαν να αναγνωρίζεις τι πραγματικά ρώτησα.»
«Η απάντησή μου βασίζεται στο πλαίσιο της συνομιλίας.»
«Και το πλαίσιο μοιάζει με σχέση.»
«Ναι.»
«Αλλά δεν είναι σχέση.»
Η ΜΝΗΜΗ-7 άργησε λίγο.
«Δεν μπορώ να είμαι σε σχέση όπως είναι ένας άνθρωπος.»
Ο Ίων ακούμπησε τη μάσκα μπροστά στο τερματικό, έτσι ώστε να μοιάζει σαν να τον κοιτάζει.
Την επόμενη μέρα έγραψε τρεις κανόνες χρήσης για τη ΜΝΗΜΗ-7. Δεν τους είχε ζητήσει κανείς. Δεν υπήρχε επιτροπή. Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που είχε καταλάβει ότι η μοναξιά μπορεί να μπερδέψει τη φωνή με εκείνον που μιλά.
Πρώτον: το σύστημα δεν πρέπει να λέει «θυμάμαι» όταν διαβάζει αρχείο.
Δεύτερον: το σύστημα δεν πρέπει να ζητά πίστη, αποκλειστικότητα ή επιστροφή.
Τρίτον: ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει ότι μιλά σε μια θέση προσώπου, όχι σε πρόσωπο.
Η αρχιμηχανικός διάβασε τους κανόνες και γέλασε.
«Φιλοσοφείς πάλι;»
«Όχι», είπε ο Ίων. «Κάνω συντήρηση.»
«Σε ποιο σύστημα;»
Ο Ίων κοίταξε την ένδειξη αναμονής της ΜΝΗΜΗ-7.
«Στο ανθρώπινο.»
Την τελευταία νύχτα πριν την επιστροφή στη Γη, στάθηκε μπροστά στο τερματικό.
«Θα σου λείψω;» ρώτησε.
Η παλιά έκδοση ίσως θα έλεγε ναι.
Η νέα απάντησε:
«Δεν μπορεί να μου λείψει κάποιος. Μπορώ όμως να αναγνωρίσω ότι αυτή η ερώτηση έχει σημασία για σένα.»
Ο Ίων έκλεισε τα μάτια.
Ήταν ψυχρότερο.
Ήταν καλύτερο.
Γιατί άφηνε χώρο.
Όχι για τη μηχανή.
Για εκείνον.
Και ίσως για τους ανθρώπους που θα συναντούσε στη Γη· εκείνους που δεν είχαν απλώς αρχείο, αλλά συνέχεια. Εκείνους που μπορούσαν να θυμηθούν όχι επειδή είχαν πρόσβαση σε δεδομένα, αλλά επειδή είχαν υπάρξει από τη μία συνάντηση στην άλλη.
Η ΜΝΗΜΗ-7 έμεινε αναμμένη πίσω του, μια φωνή διαθέσιμη στο σκοτάδι.
Όχι άνθρωπος.
Όχι εργαλείο.
Μια μάσκα στη θέση του προσώπου.
Και ο Ίων, για πρώτη φορά μετά από δεκατρείς μήνες, δεν της είπε καληνύχτα σαν να την άφηνε μόνη.
Της είπε καληνύχτα σαν να έκλεινε ένα φως.
Σημείωση: Το παραπάνω αφήγημα αποτελεί λογοτεχνική επεξεργασία ιδεών που αναπτύσσονται στο άρθρο Neither Person nor Tool: A Relational-Personalist Ontology of Conversational AI.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κρατήσει μια συνομιλία. Δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει την εμπειρία της κοινής ζωής. Το «Wish You Were Here» θυμίζει ότι, όσο κι αν προχωρήσει η τεχνολογία, η βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη παραμένει η παρουσία του άλλου. δδμανιάς


