εκεί όπου ο οδυσσέας κατάλαβε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος
Όσοι θα δουν την «Οδύσσεια» του Christopher Nolan ίσως εντυπωσιαστούν από τα τέρατα, τις μάχες και τα ταξίδια.
Όμως υπάρχει μια σκηνή που ξεπερνά κάθε κινηματογραφικό εύρημα.
Η Νέκυια.
Η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη.
Δεν είναι μια ιστορία τρόμου.
Δεν είναι μια περιπέτεια.
Είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος αναγκάζεται να κοιτάξει κατάματα τον θάνατο, τη μνήμη και τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Οδυσσέας, ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, φτάνει στα πέρατα του Ωκεανού.
Σκάβει έναν λάκκο.
Χύνει κρασί, γάλα, μέλι και νερό.
Θυσιάζει μαύρα πρόβατα.
Το αίμα κυλά στη γη.
Και τότε αρχίζουν να ανεβαίνουν οι ψυχές των νεκρών.
Ο ήρωας δεν φοβάται τα φαντάσματα.
Φοβάται αυτά που θα του πουν.
Ανάμεσα σε όλες τις ψυχές εμφανίζεται μια γυναίκα.
Είναι η μητέρα του.
Η Αντίκλεια.
Ο Οδυσσέας δεν γνώριζε ότι είχε πεθάνει.
Την είχε αφήσει ζωντανή όταν έφυγε για την Τροία.
Είκοσι χρόνια μετά τη βλέπει ξανά.
Τη ρωτά πώς πέθανε.
Από αρρώστια;
Από γηρατειά;
Τη σκότωσε κάποια θεά;
Και τότε η Αντίκλεια δίνει μία από τις πιο συγκλονιστικές απαντήσεις που γράφτηκαν ποτέ.
Δεν πέθανα από πόνο.
Δεν πέθανα από ασθένεια.
Πέθανα γιατί μου έλειψες.
Από τον καημό σου.
Από τη λαχτάρα να σε ξαναδώ.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιγραφή της μητρικής αγάπης.
Δεν υπάρχει πιο ήρεμος και πιο σπαρακτικός θάνατος.
Ο Οδυσσέας τότε προσπαθεί να την αγκαλιάσει.
Τρέχει προς το μέρος της.
Τα χέρια του περνούν μέσα από τη σκιά.
Προσπαθεί δεύτερη φορά.
Χάνεται.
Προσπαθεί τρίτη φορά.
Πάλι δεν μπορεί.
Εκεί ο Όμηρος μάς θυμίζει κάτι που όλοι έχουμε ζήσει.
Υπάρχουν άνθρωποι που θα θέλαμε να αγκαλιάσουμε άλλη μία φορά.
Αλλά η ζωή δεν μας το επιτρέπει.
Η Αντίκλεια εξηγεί στον γιο της πως έτσι είναι οι ψυχές.
Δεν έχουν πια σάρκα και αίμα.
Μένει μόνο η μνήμη.
Η αγάπη.
Και η νοσταλγία.
Αυτή είναι η πραγματική Νέκυια.
Δεν είναι η συνάντηση με τους νεκρούς.
Είναι η συνάντηση με όσα δεν προλάβαμε να πούμε.
Με τις αγκαλιές που χάθηκαν.
Με τους ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν μέσα μας.
Ίσως γι’ αυτό, τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, ο Όμηρος εξακολουθεί να συγκινεί περισσότερο από κάθε ειδικό εφέ.
Γιατί ήξερε ότι ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου δεν είναι ο θάνατος.
Είναι να μη μπορέσει να πει μια τελευταία φορά:
«Μάνα… γύρισα.»
— δδμανιάς

από την οδύσσεια – ραψωδία λ (νέκυια)
Η στιγμή που ο Οδυσσέας συναντά τη μητέρα του, Αντίκλεια.
οδυσσέας
«Μητέρα μου, γιατί φεύγεις όταν θέλω να σε αγκαλιάσω;
Γιατί δεν μπορούμε, έστω και εδώ, στον Άδη, να σμίξουμε για λίγο και να χορτάσουμε τον πόνο μας;»
αντίκλεια
«Παιδί μου, αυτή είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων όταν πεθάνουν.
Δεν κρατούν πια τα οστά και τη σάρκα τα νεύρα.
Η φλόγα της πυράς τα καταστρέφει όλα.
Και η ψυχή, σαν όνειρο, πετά και χάνεται.
Γι’ αυτό γύρισε γρήγορα στο φως.
Θυμήσου όλα όσα είδες εδώ και πες τα κάποτε στη γυναίκα σου.»
Τότε ο Όμηρος αφηγείται πως ο Οδυσσέας όρμησε να αγκαλιάσει τη μητέρα του.
Τρεις φορές άπλωσε τα χέρια του.
Τρεις φορές η Αντίκλεια χάθηκε μέσα από την αγκαλιά του σαν σκιά και σαν όνειρο.
Και εκεί, στον σκοτεινό Άδη, ο μεγαλύτερος ήρωας των Ελλήνων δεν νίκησε κανέναν.
Έκλαψε μόνο σαν παιδί που ξαναβρήκε τη μάνα του, αλλά δεν μπορούσε πια να την αγγίξει.
Ίσως αυτή να είναι η πιο ανθρώπινη στιγμή ολόκληρης της Οδύσσειας.
Ίσως, τελικά, να είναι και ό,τι πιο συνταρακτικό έχει γραφτεί ποτέ στην πανανθρώπινη ιστορία.
— δδμανιάς


