Η κόρη μου ήθελε να δει αν θυμάμαι ακόμη να βουτάω.
Λες και αυτά ξεχνιούνται…
Στάθηκα στο χείλος της πισίνας με την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα κάνει ολυμπιακή βουτιά ή αν θα σηκώσει κύμα σαν μικρό δεξαμενόπλοιο.
Σκέφτηκα για μια στιγμή:
«Νιόνιο, πρόσεχε… Στα ογδόντα οι βουτιές θέλουν και λίγο διάβασμα του ασφαλιστηρίου…»
Και βούτηξα.
Αν υπήρχαν κριτές, άλλος θα έλεγε ότι λύγισα λίγο τα γόνατα, άλλος ότι τα χέρια ήθελαν περισσότερο τέντωμα.
Καλά θα έκαναν.
Εγώ όμως, εκείνη τη στιγμή, δεν σκεφτόμουν ούτε βαθμούς ούτε τεχνική.
Το πρώτο άγγιγμα του νερού ήταν σαν να με περίμενε.
Σαν να με δεχόταν με αγάπη.
Κι αυτό δεν ήταν παράξενο.
Όλη μου τη ζωή το νερό ήταν το δεύτερο σπίτι μου.
Άλλοτε γαλήνιο, άλλοτε θυμωμένο, άλλοτε να με σηκώνει στον ουρανό κι άλλοτε να με πετάει μέσα στα κύματα.
Ποτέ όμως δεν έπαψα να το αγαπώ.
Γι’ αυτό, όταν μπήκα στην πισίνα, δεν ένιωσα ότι δοκίμαζα τις δυνάμεις μου.
Ένιωσα σαν να συναντούσα έναν παλιό φίλο.
Έναν φίλο που δεν με ρώτησε πόσων χρονών είμαι.
Που δεν τον ενδιέφερε αν έχω άσπρα μαλλιά ή πιο αργές κινήσεις.
Απλώς με αγκάλιασε με εκείνη τη δροσιά που μόνο το νερό ξέρει να χαρίζει.
Τελικά, η καλύτερη βαθμολογία δεν ήταν η βουτιά.
Ήταν το χαμόγελο που βγήκε μόνο του όταν ανέβηκα στην επιφάνεια.
Και σκέφτηκα πως, όσο υπάρχουν ακόμη μικρές χαρές που μπορούν να μας κάνουν να χαμογελάμε σαν παιδιά, ο χρόνος μπορεί να μετράει τα χρόνια…
αλλά δεν έχει ακόμη κερδίσει τον άνθρωπο.
— δδμανιάς
«Ίσως φταίνε τα φεγγάρια», λέει το τραγούδι.
Ίσως όμως να μη φταίνε τα φεγγάρια.
Ίσως να φταίει ότι, όσο μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε να χαιρόμαστε όλο και περισσότερο τα μικρά πράγματα.
Μια βουτιά.
Μια δροσιά.
Ένα γέλιο της κόρης σου.
Μια στιγμή που σε κάνει να νιώθεις πως, για λίγα δευτερόλεπτα, ο χρόνος σταμάτησε.
Κι αυτές οι μικρές στιγμές είναι που τελικά κάνουν τη ζωή μεγάλη. δδμανιάς


