Μπουκαδούρα

Χθες τ’ απόγευμα είχε μπουκαδούρα.

Ο πουνέντε μαΐστρος, όπως τον βγάζει το Χάνι, στριμώχνεται στην μπούκα του λιμανιού και μας έκανε μούσκεμα. Περιμέναμε λίγο μήπως πέσει, αλλά η ώρα περνούσε.

Στις 19:00 φύγαμε.

Έπρεπε να δολώσουμε και να ρίξουμε τα παραγάδια στην ώρα τους. Διαφορετικά, τσάμπα οι δόλοι, τσάμπα η προετοιμασία, τσάμπα και η κούραση.

Φτάσαμε στο Πέρα Πηγάδι, αλλά ακόμη έκανε σβιλάδες. Από εκείνες τις αλλιώτικες που δεν σε αφήνουν να δουλέψεις ήσυχα και σε κουράζουν διπλά.

Δολώσαμε και ρίξαμε τέσσερα πόστα, δύο εννιάρια και δύο εντεκάρια. Μας παίδεψε η θάλασσα, αλλά κατά τις 21:00 είχαν πέσει όλα στην ώρα τους.

Και μετά άρχισε σιγά σιγά να ησυχάζει.

Στις 22:00 ξεκινήσαμε να σηκώνουμε. Τα δύο πρώτα πόστα σχεδόν τίποτα. Μια ωραία στείρα, γύρω στα δυόμισι κιλά, στα ρηχά.

Στο τρίτο πόστο, το εντεκάρι, άλλαξε η τύχη. Άρχισαν να βγαίνουν όμορφα ψαράκια και μαζί ήρθε εκείνη η χαρά που ξέρει όποιος έχει σηκώσει παραγάδι: τραβάς και περιμένεις να δεις τι έρχεται από κάτω.

Στο τέταρτο δεν σταθήκαμε τόσο τυχεροί. Σηκώσαμε μόνο το μισό. Χάσαμε περίπου τριάντα αγκίστρια και μαζί τους, όπως φάνηκε, χάσαμε και ψάρια.

Δεν πειράζει.

Η θάλασσα σου δίνει ό,τι θέλει εκείνη.

Κατά τις 23:00 βγήκε το φεγγάρι. Κόκκινο στην αρχή, χαμηλά στον ορίζοντα, πανέμορφο. Η θάλασσα είχε πια μπουνατσάρει και η νύχτα έγινε κιάρα, με καθαρή ατμόσφαιρα και ξάστερο ουρανό γεμάτο αστέρια.

Εκεί ξεχνάς την μπουκαδούρα, τις σβιλάδες, τα χαμένα αγκίστρια και την κούραση.

Γυρίσαμε κατά τη 01:30. Καθίσαμε στην αμμουδιά και καθαρίσαμε τα ψάρια από τα εντόσθια. Τα λέπια τα αφήσαμε, εκτός από εκείνα που θα τρώγαμε σήμερα: ένα φαγκρί, μια στειρούλα γύρω στο κιλό κι έναν σαργό.

Κατά τις 02:00 φτάσαμε σπίτι. Ξεπλύναμε τα παραγάδια και τα καλάρια — τις μικρές σημαδούρες που βάζουμε για να σημαδεύουμε και να ξαναβρίσκουμε τα πόστα — και τακτοποιήσαμε τα πράγματα.

Κουραστικό; Πολύ.

Αλλά ήμασταν χαρούμενοι.

Γιατί το ψάρεμα δεν είναι μόνο τα ψάρια που φέρνεις σπίτι. Είναι η μπουκαδούρα που σε βρέχει, η σβιλάδα που σε παιδεύει, το παραγάδι που χάνεται, το ψάρι που τελικά ανεβαίνει στη βάρκα. Είναι το κόκκινο φεγγάρι που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα και η ξάστερη νύχτα που ακολουθεί.

Και στο τέλος λες: χαλάλι η κούραση.

— δδμανιάς


«Η θάλασσα έχει τα δικά της κι εμείς τα δικά μας. Μας βρέχει, μας παιδεύει, μας κόβει τα παραγάδια — κι εμείς μυαλό δεν βάζουμε.»

Hot this week

Τι διάολο έχουμε πάθει και δεν αντιδράμε;

Στα Ιόνια Νησιά του τουρισμού και της «ανάπτυξης», το...

Μας κοροϊδεύει εν ψυχρώ — και καλά μας κάνει

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε πάλι στο βήμα της ΔΕΘ...

Ο αγώνας των Θιακών για αξιοπρέπεια

Η αξιοπρέπεια δεν κληρονομείται, δεν αγοράζεται και δεν χαρίζεται...

Μια χαμένη κοινωνία στα «θα»

Τα κέρδη καταρρίπτουν ρεκόρ, οι πολίτες δυσκολεύονται να ζήσουν...

Όλοι έχουμε μια Τζαμάικα

Είδα ένα ντοκιμαντέρ για τους Λαούς της Θάλασσας και...

Topics

Τι διάολο έχουμε πάθει και δεν αντιδράμε;

Στα Ιόνια Νησιά του τουρισμού και της «ανάπτυξης», το...

Μας κοροϊδεύει εν ψυχρώ — και καλά μας κάνει

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε πάλι στο βήμα της ΔΕΘ...

Ο αγώνας των Θιακών για αξιοπρέπεια

Η αξιοπρέπεια δεν κληρονομείται, δεν αγοράζεται και δεν χαρίζεται...

Μια χαμένη κοινωνία στα «θα»

Τα κέρδη καταρρίπτουν ρεκόρ, οι πολίτες δυσκολεύονται να ζήσουν...

Όλοι έχουμε μια Τζαμάικα

Είδα ένα ντοκιμαντέρ για τους Λαούς της Θάλασσας και...

Επιδοτούμενη η γραμμή Πάτρα–Ιθάκη — τον χειμώνα τι γίνεται;

Η περιπέτεια της Πέμπτης 3 Σεπτεμβρίου στη γραμμή Ιθάκη–Σάμη–Πάτρα...

το παράδοξο του 3%

ένα μικρό κόμμα στα δεξιά της νέας δημοκρατίας μπορεί...

ντοστογιέφσκι: «είμαστε όλοι υπεύθυνοι για όλους»

η κυβέλη μάρδα, η νέα γιατρός που προλόγισε τον...

Related Articles

Popular Categories