το περαχώρι ήταν μια οικογένεια

γεννήθηκα στο περαχώρι το 1946.

ο πόλεμος είχε μόλις τελειώσει και ο εμφύλιος ερχόταν.

δεν ήταν εύκολα χρόνια.

φτώχεια, πείνα, στερήσεις.

οι άνθρωποι είχαν βγει λαβωμένοι από την κατοχή και η ελλάδα ετοιμαζόταν να μπει σε μια καινούργια πληγή.

αριστεροί και δεξιοί.

ο καθένας πίστευε με πάθος πως είχε το δίκιο με το μέρος του.

οι κουβέντες άναβαν.

οι πολιτικές διαφορές έμπαιναν στα σπίτια, στα καφενεία, στις παρέες, καμιά φορά ακόμη και μέσα στις οικογένειες.

και το παράξενο είναι ότι από εκείνον τον διχασμό έχουν περάσει τόσες δεκαετίες και σε ορισμένους ανθρώπους το πάθος δεν έχει ακόμη καταλαγιάσει.

κι όμως εκείνο το περαχώρι είχε κάτι που σήμερα δυσκολεύομαι να περιγράψω.

ήταν μια οικογένεια.

όχι επειδή αγαπιόνταν όλοι μεταξύ τους.

όχι επειδή δεν υπήρχαν κακίες, συμφέροντα, αντιπαλότητες και αδικίες.

υπήρχαν.

υπήρχαν και λίγοι πλούσιοι που πολλές φορές μπέρδευαν την εξυπνάδα με την κουτοπονηριά και ήξεραν να εκμεταλλεύονται την ανάγκη του φτωχότερου.

όμως ο ένας χρειαζόταν τον άλλον.

κι όταν ερχόταν η δύσκολη ώρα, πολλές φορές ξεχνούσαν ποιος ήταν αριστερός και ποιος δεξιός.

ο γείτονας ήταν γείτονας.

ο συγχωριανός συγχωριανός.

κι αν κάποιος είχε ανάγκη, ένα χέρι θα βρισκόταν.

οι μεγάλοι στο καφενείο

μια από τις πιο ζωντανές εικόνες που έχω κρατήσει από εκείνα τα χρόνια είναι το κεντρικό καφενείο του χωριού.

εκεί κάθονταν οι μεγάλοι.

τους κοιτούσαμε εμείς τα παιδιά και μας φαίνονταν σπουδαίοι.

όχι επειδή είχαν χρήματα.

οι περισσότεροι δεν είχαν.

μα είχαν μια παράξενη αυτοπεποίθηση.

μιλούσαν δυνατά.

διαφωνούσαν.

γελούσαν.

σχολίαζαν τα νέα.

έλεγαν ιστορίες από τη θάλασσα και τη ζωή.

καμιά φορά τσακώνονταν για την πολιτική και την άλλη μέρα ξανακάθονταν στο ίδιο καφενείο.

ήταν άνθρωποι που είχαν περάσει πολλά και πατούσαν γερά στον τόπο τους.

δεν αισθάνονταν ασήμαντοι.

μπορεί να είχαν λίγα στην τσέπη, αλλά είχαν αξιοπρέπεια και μια βαθιά πεποίθηση πως το χωριό τούς ανήκει και πως ανήκουν κι αυτοί σ’ αυτό.

ήταν φτωχοί, αλλά δεν αισθάνονταν μικροί.

η χαρά ήταν κοινή

και μετά ερχόταν το καρναβάλι.

δεν υπήρχαν τα μέσα που υπάρχουν σήμερα.

δεν υπήρχαν χρήματα για μεγάλες διοργανώσεις.

υπήρχε όμως διάθεση.

φαντασία.

πειράγματα.

γέλιο.

και κυρίως συμμετοχή.

η χαρά δεν ήταν θέαμα που κάποιος άλλος είχε οργανώσει για να πας να το παρακολουθήσεις.

τη χαρά την έφτιαχναν οι ίδιοι οι άνθρωποι.

κι όταν ερχόταν η καθαρή δευτέρα, το χωριό άλλαζε όψη.

μερικές οικογένειες είχαν άλογα.

δεν είχαν όλοι.

και όσοι είχαν, καμάρωναν γι’ αυτά.

εκείνη τη μέρα τα έπλεναν, τα καθάριζαν και τα περιποιούνταν ιδιαίτερα.

τους έβαζαν χαϊμαλιά και ό,τι όμορφο είχαν για στολίδι.

κι ύστερα έβγαιναν μαζί τους στους δρόμους.

τα γύριζαν για να τα δουν όλοι.

κι εκείνοι καμάρωναν τα άλογά τους κι εμείς τα παιδιά στεκόμασταν και τα χαζεύαμε.

μικρά πράγματα.

σήμερα ίσως φαίνονται ασήμαντα.

τότε όμως μπορούσαν να κάνουν ένα χωριό χαρούμενο.

δεν χρειαζόταν πολλά πράγματα ο άνθρωπος για να αισθανθεί πλούσιος.

η παναγιά των καθαρών

κι υπήρχε το μεγάλο πανηγύρι της παναγιάς των καθαρών.

εκεί δεν συναντιόταν μόνο το περαχώρι.

συναντιόταν το θιάκι.

άνθρωποι από διαφορετικά μέρη του νησιού, οικογένειες, φίλοι, γνωστοί.

οι διαφορές έμεναν για λίγο στην άκρη.

το πανηγύρι δεν ήταν απλώς μουσική και χορός.

ήταν ένας τρόπος να επιβεβαιώνει το νησί ότι εξακολουθεί να είναι κοινότητα.

μπορούσες όλον τον χρόνο να διαφωνείς με τον άλλον.

να έχεις διαφορετική πολιτική.

να έχεις διαφορετικά συμφέροντα.

εκείνη την ημέρα όμως χόρευες μαζί του.

ήμασταν ομόψυχοι στη χαρά.

ίσως αυτό είναι που θυμάμαι περισσότερο.

ένα νησί που δούλευε

οι θιακοί ήταν εργατικοί άνθρωποι.

η γη δεν χάριζε εύκολα πράγματα.

η θάλασσα ακόμη λιγότερο.

έπρεπε να παλέψεις.

υπήρχαν χωράφια, ζώα, τεχνίτες, μικρομάγαζα και καΐκια.

και βέβαια υπήρχε πάντα η θάλασσα.

το θιάκι έμαθε από πολύ παλιά να κοιτάζει πέρα από τον ορίζοντα.

οι άνθρωποί του μπάρκαραν, ταξίδευαν, ρίσκαραν.

είχαν εργατικότητα.

είχαν θάρρος.

είχαν εκείνο το πείσμα του νησιώτη που ξέρει ότι αν περιμένει να του χαρίσει κάτι η ζωή, μπορεί να περιμένει για πάντα.

γι’ αυτό έφτιαχναν μόνοι τους τη ζωή τους.

πέτρα την πέτρα.

χωράφι το χωράφι.

καΐκι το καΐκι.

σπίτι το σπίτι.

μέχρι που ήρθε ο αύγουστος του 1953.

«χάθηκαν όλα»

ήμουν επτά χρονών.

οι σεισμοί χτύπησαν τα ιόνια νησιά διαδοχικά και στις 12 αυγούστου ήρθε ο καταστροφικός σεισμός των 7,2 ρίχτερ.

η ιθάκη γκρεμίστηκε.

σπίτια που είχαν χτιστεί με τον κόπο γενεών έγιναν χαλάσματα.

εκκλησίες έπεσαν.

περιουσίες χάθηκαν.

ένας ολόκληρος κόσμος σωριάστηκε μέσα σε λίγες στιγμές.

και θυμάμαι μια κουβέντα των μεγάλων:

«χάθηκαν όλα.»

τότε ήμουν παιδί.

ίσως νόμιζα πως εννοούσαν τα σπίτια.

τώρα που γέρασα καταλαβαίνω πως πιθανότατα δεν μιλούσαν μόνο για πέτρες.

μιλούσαν για μια ολόκληρη ζωή.

είχαν περάσει φτώχεια.

πόλεμο.

κατοχή.

πείνα.

διχασμό.

είχαν δουλέψει χρόνια για να κάνουν ένα σπίτι, ένα χωράφι, ένα νοικοκυριό.

και όταν άρχισαν επιτέλους να πιστεύουν ότι κάτι είχε στεριώσει, είδαν τον κόπο μιας ζωής σωριασμένο μπροστά τους.

και τώρα έπρεπε να αρχίσουν πάλι από την αρχή.

μόνο που δεν ήταν πια νέοι.

και τα πρώτα παιδιά είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο για έξω.

ίσως λοιπόν εκείνο το «χάθηκαν όλα» να μην ήταν απολογισμός περιουσίας.

ήταν κάτι βαθύτερο.

ήταν η κραυγή μιας γενιάς που κουράστηκε να αρχίζει πάλι από την αρχή.

κι όμως ξανασηκώθηκαν

τα σπίτια ξαναχτίστηκαν.

οι άνθρωποι ξαναστάθηκαν στα πόδια τους.

όσοι μπορούσαν δούλεψαν.

άλλοι μπάρκαραν.

άλλοι ξενιτεύτηκαν.

κι εκείνοι που είχαν φύγει δεν ξέχασαν το νησί.

έστελναν πίσω χρήματα.

βοηθούσαν οικογένειες.

έφτιαχναν στέγες.

έβαζαν κεραμίδια.

το θιάκι ξανασηκώθηκε.

και με τα χρόνια ήρθαν πράγματα που οι άνθρωποι της παιδικής μου ηλικίας δύσκολα μπορούσαν να φανταστούν.

καλύτεροι δρόμοι.

ηλεκτρικό.

αυτοκίνητα.

τηλεόραση.

τουρισμός.

περισσότερα χρήματα.

περισσότερες ανέσεις.

καλύτερη ζωή από πολλές απόψεις.

κι όμως…

κάτι δεν ξαναχτίστηκε

σήμερα κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι.

μήπως μαζί με τη φτώχεια χάσαμε και κάτι που δεν έπρεπε να χάσουμε;

δεν νοσταλγώ την πείνα.

δεν νοσταλγώ τις στερήσεις.

δεν νοσταλγώ τον εμφύλιο και τα πάθη του.

ούτε θέλω να επιστρέψουμε σε μια εποχή όπου ένα ζευγάρι παπούτσια μπορούσε να είναι πολυτέλεια.

νοσταλγώ το μαζί.

εκείνη τη γενική αίσθηση ότι το χωριό ήταν κοινή υπόθεση.

ότι η χαρά του ενός μπορούσε να γίνει χαρά όλων.

στο πανηγύρι δεν πήγαινε απλώς ο καθένας με την παρέα του.

πήγαινε το χωριό.

στην παναγιά των καθαρών δεν συναντιόνταν απλώς άνθρωποι.

συναντιόταν το θιάκι.

σήμερα έχουμε περισσότερα.

αλλά πολλές φορές χαιρόμαστε περισσότερο μόνοι μας.

και στη θέση εκείνης της συλλογικής αυτοπεποίθησης βλέπω συχνά κάτι άλλο.

μια γενικευμένη απαξίωση.

εύκολα απαξιώνουμε τον γείτονα.

τον συγχωριανό.

εκείνον που προσπαθεί.

εκείνον που πέτυχε.

εκείνον που απέτυχε.

εκείνον που έχει διαφορετική γνώμη από τη δική μας.

εύκολα υποψιαζόμαστε.

εύκολα ειρωνευόμαστε.

εύκολα μηδενίζουμε.

ίσως να είναι η εποχή.

ίσως να αλλάξαμε εμείς.

ίσως να είναι το τίμημα μιας κοινωνίας που απέκτησε περισσότερη ατομική ελευθερία αλλά έχασε ένα μέρος της ανάγκης που είχε ο ένας για τον άλλον.

δεν ξέρω.

ξέρω μόνο αυτό που θυμάμαι.

το περαχώρι ήταν μια οικογένεια.

όχι μια τέλεια οικογένεια.

τσακωνόταν.

χώριζε σε αριστερούς και δεξιούς.

είχε φτωχούς και πλούσιους.

είχε καλούς και κουτοπόνηρους.

είχε ζήλιες, καβγάδες και συμφέροντα.

αλλά όταν ερχόταν η ώρα, ήξερε ακόμη να γίνεται ένα.

επίμετρο

ο γέρος σήμερα γυρίζει πίσω και ψάχνει το παιδί που κάποτε έτρεχε στους δρόμους του περαχωριού.

παράξενο πράγμα η ηλικία.

όσο απομακρύνεσαι από εκείνα τα χρόνια, τόσο καθαρότερα βλέπεις μερικές εικόνες.

βλέπω ακόμη τους μεγάλους στο καφενείο.

τα πρόσωπά τους.

την αυτοπεποίθησή τους.

βλέπω τα άλογα πλυμένα και στολισμένα με τα χαϊμαλιά τους την καθαρή δευτέρα.

βλέπω τα παιδιά να τρέχουν.

τα καΐκια.

το πανηγύρι.

τους ανθρώπους να χορεύουν μαζί.

και ύστερα βλέπω τα χαλάσματα του 1953.

κι ακούω πάλι εκείνη την κουβέντα:

«χάθηκαν όλα.»

όχι.

δεν χάθηκαν όλα.

τα σπίτια τα ξανάφτιαξαν.

τις περιουσίες, όσο μπορούσαν, τις ξανάφτιαξαν.

τα παιδιά μεγάλωσαν.

οι ναυτικοί μπάρκαραν.

οι ξενιτεμένοι βοήθησαν.

το θιάκι ξανασηκώθηκε.

εκείνο που αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερο να ξαναχτίσουμε ήταν κάτι που δεν φτιάχνεται με πέτρες και τσιμέντο.

το μαζί.

κι όταν σήμερα τα φέρνω όλα αυτά στον νου μου, δύσκολα αποφεύγω ένα δάκρυ.

όχι γιατί νοσταλγώ τη φτώχεια.

ούτε την πείνα και τις στερήσεις.

νοσταλγώ τους ανθρώπους.

τη χαρά που μοιραζόταν.

το πανηγύρι που μας έκανε όλους ένα.

την πόρτα που άνοιγε στον γείτονα.

εκείνη την παράξενη βεβαιότητα ότι, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, κανείς δεν ήταν εντελώς μόνος.

ίσως τελικά αυτό το δάκρυ να μην είναι μόνο λύπη.

ίσως να είναι κι ένα μικρό ευχαριστώ σ’ εκείνους που έφυγαν και σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.

γιατί τότε, με τη φτώχεια μας, με τους καβγάδες μας, με τα πάθη και όλα τα στραβά μας,

το περαχώρι ήταν μια οικογένεια.

— δδμανιάς


«μικρή πατρίδα δεν είναι μόνο ο τόπος που γεννηθήκαμε. είναι οι άνθρωποι που τον γέμισαν χαρά — κι έμειναν μέσα μας όταν έφυγαν.» δδμανιάς

Hot this week

η φτώχεια χτυπά την πόρτα των αμερικανών

η καλή κυβέρνηση δεν παίρνει από το στόμα της...

η σταγόνα της ιθάκης

«η μνήμη είναι η μικρή αντίσταση του ανθρώπου απέναντι...

«ευλογημένοι που γεννηθήκαμε στο θιάκι»

ένα παιδί ανοίγει τα μάτια του στο θιάκι. ένα άλλο,...

«Ο κάθε άνθρωπος, όταν φεύγει, καλά τα πάει. Όταν επιστρέφει, την γάμησε.»

τελευταία, με όλες αυτές τις κουβέντες για την οδύσσεια,...

κάτω από την κληματαριά

Υπάρχουν τραπέζια που σε χορταίνουν με το φαγητό. Και υπάρχουν...

Topics

η φτώχεια χτυπά την πόρτα των αμερικανών

η καλή κυβέρνηση δεν παίρνει από το στόμα της...

η σταγόνα της ιθάκης

«η μνήμη είναι η μικρή αντίσταση του ανθρώπου απέναντι...

«ευλογημένοι που γεννηθήκαμε στο θιάκι»

ένα παιδί ανοίγει τα μάτια του στο θιάκι. ένα άλλο,...

«Ο κάθε άνθρωπος, όταν φεύγει, καλά τα πάει. Όταν επιστρέφει, την γάμησε.»

τελευταία, με όλες αυτές τις κουβέντες για την οδύσσεια,...

κάτω από την κληματαριά

Υπάρχουν τραπέζια που σε χορταίνουν με το φαγητό. Και υπάρχουν...

«Χορός: το αποτύπωμα της ψυχής στη γη».

Πριν αρχίσουμε... Ο χορός δεν ήταν ποτέ για τους Έλληνες...

Οι μικρές εξουσίες είναι οι πιο επικίνδυνες;

Λέγεται συχνά ότι η εξουσία φθείρει τον άνθρωπο. Ίσως όμως...

Μυαλό, ο μόνος σύντροφός μας

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλο και περισσότεροι νέοι...

Related Articles

Popular Categories