![]() |
| πατάτε για μεγέθυνση |
δύο ψαράδες κι’ έκαμαν τάμα για να σωθούνε.
Ετάξανε στον Άγιο,(Α) από το Μαιστράτο(α)
στη Χάρη του να πήγαιναν κι’ οι δύο ποδαράτο.
Και μέσα στα παπούτσια τσου να έβαζαν ρεβύθια,
εάν η Θεία χάρη Του τσου έστερνε βοήθεια.
Μα λες και εισακούστηκε αυτή η έκκλησή τσου,
γλυτρώσαν οι ψαράδες μας μαζί με το σκαρί τσου(β).
Σαν βγήκαν έξω, ήρτανε κι’ οι δυο σε συμφωνία,
το τάμα τσου να κάμουνε χωρίς αργοπορία.
Στ’ Αριστοφάνη(γ) όρισαν τον τόπο συναντήσεως
και την αρχή τση Γέφυρας σα μέρος εκκινήσεως.
Την άλλη μέρα μάλιστα νωρίς θα ξεκινούσαν,
μήπως αν πέρναγε ο καιρός το τάμα λησμονούσαν.
Ο πρώτος την επόμενη πήγαινε τραγουδώντας
κι’ ο άλλος απ’ τσου πόνους του στο δρόμο εσερνόνταν.
Μα σαν συναντηθήκαν, ο άλλος τον ρωτάει
το πως μπορεί των ρεβυθιών το πόνο να βαστάει.
Κι ο πρώτος του απάντησε, χωρίς καν να τα χάσει:
Μήπως μωρέ δεούτελο(δ) και δεν τα έχεις… βράσει;
Β-
Τάμα έκανε στον Άγιο η κυρά Μαριάνθη, άμα γιάνει ο άρρωστος άντρας της, να πάει ποδαράτη από το Αργοστόλι μέχρι το μοναστήρι, με ρεβύθια μέσα στα παπούτσια της. Γίνεται καλά ο συμβίος κι εκείνη πρέπει να εκτελέσει το τάμα. Τη βλέπουνε οι συγχωριανοί και απορούνε:
«Είπα ότι θα βάλω μέσα ρεβύθια, μόνο δεν είπα άμα θα ‘ναι ωμά ή βρασμένα», τους απαντά εκείνη.
καλάγεμου

