
iloveithaki.gr, 20/1/2026
παλιά στην ελλάδα δεν είχαμε λόμπι.
είχαμε καφενεία.
και μέσα στο καφενείο,
ο κομματάρχης.
ο “παράγοντας”.
ο ρουφιάνος του πλούσιου.
με το χαμόγελο.
με το ψεύτικο ενδιαφέρον.
με την υπόσχεση.
ή με το “θα σε φτιάξω”.
ή με το “θα σε τελειώσω”.
έτσι βγαίναν κυβερνήσεις.
όχι με ιδέες.
με κουμπιά.
πατάγαν κουμπί
και άναβε το χωριό.
το καφενείο έβγαζε βουλευτή
το λόμπι γράφει νόμο.
παλιά σε δένανε με ρουσφέτι.
σήμερα σε δένουν με “αγορά”.
η ίδια δουλειά.
με άλλο κουστούμι.
μόνο που τώρα δεν φωνάζουν.
δεν βρίζουν.
δεν κάνουν φασαρία.
φοράνε γραβάτα.
κουβαλάνε powerpoint.
μιλάνε για “ανάπτυξη”.
για “επενδύσεις”.
για “προσαρμογή”.
και στο τέλος;
ο φτωχός πάλι πληρώνει.
οι καινούργιοι ρουφιάνοι
τα γκόλντεν μπόις.
δεν είναι μάγκες.
είναι υπάλληλοι.
πληρωμένοι κουτσαβάκηδες.
με ύφος εκατό αγάδων.
με αέρα εξουσίας που δεν κέρδισαν.
δεν έχουν ιδρώσει.
δεν έχουν σκάψει.
δεν έχουν τραβήξει παραγάδι.
αλλά ξέρουν τον υπουργό.
ξέρουν τον δήμαρχο.
ξέρουν “άνθρωπο”.
και αυτό το “άνθρωπο”
στο πουλάνε σαν Θεό.
έτσι ο λαός χάνει τις εκλογές
όχι γιατί δεν ψηφίζει.
χάνει γιατί τον έχουν ήδη στρίψει.
τον έχουν μαλώσει μεταξύ του.
τον έχουν κάνει ομάδα εναντίον ομάδας.
φτωχό εναντίον φτωχού.
του αλλάζουν τις λέξεις.
του αλλάζουν τις ανάγκες.
του αλλάζουν τον θυμό.
τον μαθαίνουν να μισεί
όχι αυτόν που τον γδέρνει,
αλλά αυτόν που πεινάει δίπλα του.
και τότε το σύστημα γελάει.
τα λόμπι δεν δουλεύουν για “την κοινωνία”
δουλεύουν για τους πλούσιους.
εναντίον των φτωχών.
όχι από μίσος.
από συμφέρον.
ο φτωχός γι’ αυτούς είναι νούμερο.
είναι κόστος.
είναι εμπόδιο.
είναι “παρενέργεια”.
και όταν φωνάζει;
του ρίχνουν ένα ξεροκόμματο.
μια μικρή χάρη.
μια θέση.
μια φωτογραφία.
μια επιτροπή.
για να σωπάσει.
και στο θιάκι;
στο θιάκι δεν χρειάζονται μεγάλα λόμπι.
το νησί είναι μικρό.
εδώ δουλεύει ακόμα το καφενείο.
δουλεύει το ψιθύρισμα.
το “άκουσα πως”.
το “μου είπανε”.
δουλεύουν μικρές ομάδες συμφερόντων.
μικρά κέντρα ελέγχου.
μικροί νταβατζήδες της γνώμης.
όταν βλέπεις επιρροή χωρίς έργο,
όταν βλέπεις αργόσχολους με στόμα μεγάλο,
όταν βλέπεις αργόμισθους να το παίζουν σωτήρες,
όταν βλέπεις συλλόγους… συλλόγους… συλλόγους…
και ο τόπος να στέκει ακίνητος,
μην απορείς.
εκεί είναι το δίκτυο.
εκεί είναι οι μηχανισμοί.
οι μικροί μεσάζοντες της εξουσίας.
οι ρουφιάνοι που αμολάνε
όσοι έχουν συμφέρον.
το χειρότερο δεν είναι η φτώχεια
το χειρότερο είναι η οπισθοδρόμηση.
γιατί έτσι φτιάχνεις κοινωνία που δεν πάει μπροστά.
κοινωνία χωρίς νέο αίμα.
χωρίς ίσες ευκαιρίες.
χωρίς αξιοκρατία.
και μετά κλαιγόμαστε:
“γιατί φεύγουν τα παιδιά;”
να γιατί.
γιατί εδώ δεν κερδίζει ο καλύτερος.
κερδίζει ο κολλητός.
ο υπάκουος.
ο χρήσιμος.
ο “δικός μας”.
και τα παιδιά δεν γεννήθηκαν
για να είναι “δικά σας”.
αυτό δεν είναι παράδοση
είναι καπιταλιστική εξέλιξη.
η εξέλιξη της διαφθοράς.
η εξέλιξη του ρουσφετιού.
η εξέλιξη του ελέγχου.
η αγορά δεν ήρθε να φέρει ελευθερία.
ήρθε να αγοράσει την ελευθερία.
κι όταν φτάσουμε στο σημείο
να θεωρούμε φυσιολογικό
να μας κυβερνάνε οι “πλάτες”,
να μας δουλεύουν οι “γνωριμίες”,
να μας σώζουν οι “παράγοντες”…
τότε μην μας παραξενεύει τίποτα.
ούτε οι τιμές.
ούτε η ερήμωση.
ούτε η παραίτηση.
επίλογος
δεν θέλουμε λόμπι.
ούτε των πλουσίων.
ούτε των “φτωχών”.
θέλουμε κοινωνία.
με δικαιοσύνη.
με κανόνες.
με ίσες ευκαιρίες.
με δουλειά αληθινή.
με σεβασμό στον νέο.
γιατί το θιάκι
δεν αντέχει άλλους “παράγοντες”.
αντέχει μόνο παιδιά
που να μείνουν.
επιμύθιο
“το πρόβλημα δεν είναι ότι είμαστε λίγοι.
είναι ότι μας θέλουν λίγους.
και μας θέλουν σιωπηλούς.”
υγ: ο επίλογος κλείνει το κείμενο. το επιμύθιο καρφώνει το νόημα.
κι ένα τραγουδάκι για το γαμότο…
Το ποιο ωραίο μου τραγούδι θα σου πω
Σαν ταξιδιώτησ που δε γνώρισε σταθμό
Σα μεθυσμένοσ σε μπαράκι
Σαν αλητάκι σε παγκάκι
Σαν ισοβίτησ που κοιτά τον ουρανό
Μια νύχτα έσπασε η βιτρίνα τησ γιορτήσ
Και οι εκπτώσεισ μασ αρχίσανε νωρίσ
Κι είπεσ δεν είμαι για πολλά
Ποτάμι η αγάπη και περνά
Κι ύστερα έστριψεσ στου δρόμου τη γωνιά
Να μ’ αγαπάσ σαν να πηγαίνεισ σινεμά
Έλα να παίξουμε τον έρωτα ξανά
Ξέρω τα μυστικά του έλα
Να μ’ αγαπάσ σαν να πηγαίνεισ σινεμά
Έλα να παίξουμε τον έρωτα ξανά
Σαν τελευταίοι μοϊκανοί για το αδύνατο ικανοί
Και για την τρέλα
Το ποιο ωραίο μου τραγούδι θα σου πω
Σαν ναύτησ ξέμπαρκοσ σε τόπο μακρινό
Σαν μάτι φάρου σ’ ακρωτήρι
Σαν ναυαγόσ σ’ ένα ποτήρι
Πουλί φλαμίνγκο κάπου στον ατλαντικό
Εσύ τα βράδια στο πανόραμα γυρνάσ
Για κάποιο όραμα χαμένο να μιλάσ
Κι εγώ που βάφτισα παρόν
Το μέλλον και το παρελθόν
Σε προσκαλώ στο φεστιβάλ των κυνηγών
