κανείς δεν γνωρίζει αν ο όμηρος υπήρξε ακριβώς όπως τον φανταζόμαστε. όμως κάπου στα λιμάνια του αιγαίου, ένας αοιδός αντάλλασσε ιστορίες με ψωμί. κι ίσως από εκεί να ξεκίνησε το μεγαλύτερο ταξίδι της ανθρώπινης μνήμης.
ο ήλιος έγερνε προς τη δύση όταν το μικρό πλοίο έδεσε στο λιμάνι.
ήταν ένα από τα δεκάδες λιμάνια του αιγαίου.
ίσως η χίος.
ίσως η σμύρνη.
ίσως κάποια άλλη ιωνική πόλη που το όνομά της χάθηκε μέσα στους αιώνες.
οι ψαράδες μάζευαν τα δίχτυα.
οι έμποροι φόρτωναν αμφορείς με κρασί και λάδι.
οι γυναίκες επέστρεφαν από τις βρύσες με τα πήλινα δοχεία στους ώμους.
κανείς δεν έδωσε σημασία στον γέρο που κατέβηκε τελευταίος από το πλοίο.
φορούσε έναν φθαρμένο χιτώνα.
κρατούσε ένα ραβδί.
τα μάτια του κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν.
ήταν τυφλός.
προχωρούσε αργά, με το κεφάλι ελαφρά γερμένο, σαν να άκουγε πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούσαν να ακούσουν.
κάποιο παιδί τον πλησίασε.
— ποιος είσαι γέροντα;
ο ξένος χαμογέλασε.
— ένας άνθρωπος που κουβαλά ιστορίες.
οι άνθρωποι άρχισαν να μαζεύονται γύρω του.
άλλοι από περιέργεια.
άλλοι για να σκοτώσουν την ώρα τους.
κάποιος του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί.
κάποιος άλλος ένα ποτήρι κρασί.
εκείνος κάθισε πάνω σε μια πέτρα του λιμανιού.
ακούμπησε το ραβδί στα πόδια του.
σήκωσε το πρόσωπο προς τον ουρανό.
για μια στιγμή επικράτησε σιωπή.
κι ύστερα ακούστηκε η φωνή του.
βαθιά.
αργή.
σαν να ερχόταν από πολύ μακριά.
σαν να ταξίδευε από γενιά σε γενιά.
«μήνιν άειδε, θεά, πηληιάδεω αχιλήος…»
οι κουβέντες σταμάτησαν.
τα γέλια έσβησαν.
οι έμποροι άφησαν τους αμφορείς.
οι ναύτες κάθισαν στο μουράγιο.
τα παιδιά πλησίασαν ακόμη περισσότερο.
κανείς δεν ήξερε αν άκουγε έναν φτωχό γέρο ή έναν άνθρωπο που μιλούσε με τη φωνή των θεών.
και καθώς έπεφτε το σκοτάδι, ο αχιλλέας ξαναζούσε.
ο έκτορας περπατούσε πάλι μπροστά στα τείχη της τροίας.
ο αγαμέμνονας διαπληκτιζόταν με τον αχιλλέα.
οι θεοί ανακατεύονταν στις ανθρώπινες υποθέσεις.
και οι άνθρωποι του λιμανιού ταξίδευαν μαζί τους χωρίς να κουνηθούν από τη θέση τους.
κάποιοι θυμήθηκαν τον φήμιο της ιθάκης.
τον αοιδό που τραγουδούσε στο παλάτι του οδυσσέα.
έναν άνθρωπο που ζούσε από τη φωνή, τη μνήμη και τις ιστορίες του.
γιατί πριν υπάρξουν τα βιβλία και τα τυπογραφεία, οι αοιδοί ήταν οι φύλακες της μνήμης των λαών.
όταν τελείωσε η αφήγηση, κανείς δεν μίλησε αμέσως.
ένας γέρος ψαράς άφησε δίπλα του λίγα νομίσματα.
ένας έμπορος του πρόσφερε φαγητό.
κάποιος άλλος του βρήκε κατάλυμα για τη νύχτα.
ο τυφλός χαμογέλασε.
όχι γιατί έγινε πλούσιος.
αλλά γιατί για άλλη μια μέρα είχε ανταλλάξει ιστορίες με ψωμί.
και ίσως εκείνο το βράδυ, κάπου σ’ ένα μικρό λιμάνι του αιγαίου, ο κόσμος να άκουσε για πρώτη φορά τον άνθρωπο που αργότερα θα ονόμαζε όμηρο.
ποιος ξέρει;
ίσως να μην υπήρξε ποτέ ένας μόνο όμηρος.
ίσως τα έπη να γεννήθηκαν από χιλιάδες φωνές.
από ναυτικούς που γύριζαν από ταξίδια.
από πολεμιστές που επέστρεφαν από μάχες.
από μανάδες που νανούριζαν τα παιδιά τους.
από γέροντες που αφηγούνταν ιστορίες γύρω από τη φωτιά.
από στόμα σε στόμα.
από γενιά σε γενιά.
οι ιστορίες άλλαζαν.
μεγάλωναν.
ταξίδευαν μαζί με τους ανθρώπους.
κι ύστερα ήρθε κάποιος αοιδός και τις ένωσε σε ένα μεγάλο ποτάμι μνήμης.
όμως πίσω από τον αχιλλέα, τον έκτορα και τον οδυσσέα κρύβεται κάτι βαθύτερο.
η αιώνια προσπάθεια του ανθρώπου να καταλάβει ποιος είναι.
από πού έρχεται.
πού πηγαίνει.
και τι νόημα έχει η σύντομη πορεία του πάνω στη γη.
σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια πέρασαν.
οι πόλεις άλλαξαν.
τα καράβια άλλαξαν.
οι θεοί άλλαξαν.
οι αυτοκρατορίες γεννήθηκαν και χάθηκαν.
μα τα μεγάλα ερωτήματα έμειναν σχεδόν τα ίδια.
κι ίσως γι’ αυτό ο τυφλός αοιδός συνεχίζει ακόμη να μιλά.
γιατί πίσω από τα έπη δεν κρύβεται μόνο η ιστορία των ηρώων.
κρύβεται η ατέλειωτη περιπέτεια του ανθρώπινου νου να κατανοήσει την ύπαρξή του.
ίσως τελικά η μεγαλύτερη περιπέτεια να μην ήταν ποτέ η τροία.
ούτε η επιστροφή στην ιθάκη.
αλλά το ατέλειωτο ταξίδι του ανθρώπου προς την κατανόηση του εαυτού του.
δδ μανιάς

από τον όμηρο ως τον ξυλούρη, οι αιώνες πέρασαν αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να δώσει φωνή στη μνήμη και την ψυχή του έμεινε ίδια. γι’ αυτό κάποια τραγούδια δεν παλιώνουν ποτέ. 🎶

