Δεν θυμάμαι να με αποκοίμιζαν άνθρωποι.
Θυμάμαι να με νανούριζε η θάλασσα.
Ξαπλωμένος σε μια βάρκα ή σ’ ένα μικρό σκάφος αγκυροβολημένο σε έναν ήσυχο όρμο, άκουγα έναν παράξενο ήχο να ανεβαίνει από τον βυθό.
Σαν τζιτζίκια.
Σαν να κυλούσαν αγούλια.
Δεν ήξερα από πού ερχόταν.
Δεν με ένοιαζε.
Έκλεινα τα μάτια και κοιμόμουν.
Τότε πίστευα πως, ακόμη και στη μεγαλύτερη μπουνάτσα, η θάλασσα δεν έμενε ποτέ ακίνητη. Κάποιο ανεπαίσθητο κυματάκι έφτανε στις ακρογιαλιές, κουνούσε τα αγούλια και αυτά τρίβονταν μεταξύ τους. Έτσι εξηγούσα εκείνον τον παράξενο ψίθυρο που με αποκοίμιζε.
Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως η μπουνάτσα δεν σημαίνει ακινησία.
Η θάλασσα κινείται συνεχώς.
Ένα σκάφος που πέρασε πριν από ώρες, ένα μεγάλο πλοίο πολύ μακριά, μια φουρτούνα που ξέσπασε εκατοντάδες ή και χιλιάδες μίλια μακριά, αφήνουν πίσω τους κύματα που ταξιδεύουν αθόρυβα για τεράστιες αποστάσεις, όταν τίποτε δεν τα εμποδίζει.
Και τα κύματα δεν ζουν μόνο στην επιφάνεια.
Η κίνησή τους κατεβαίνει βαθιά μέσα στο νερό, όλο και πιο αδύναμη, αλλά ποτέ εντελώς χαμένη.
Θυμάμαι πως κάποτε αναρωτήθηκα:
«Μα σε τόσο βάθος ακούγονται τα αγούλια να τρίζουν;»
Σήμερα ξέρω ότι ο βυθός δεν είναι ποτέ σιωπηλός.
Ψάρια, μικρές γαρίδες και αμέτρητοι άλλοι οργανισμοί παράγουν ήχους που ταξιδεύουν μέσα στο νερό πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στον αέρα.
Ίσως λοιπόν να μην ήταν μόνο τα αγούλια.
Ίσως να ήταν οι ανάσες της ίδιας της θάλασσας.
Ίσως να ήταν όλα μαζί.
Δεν έχει σημασία.
Εκείνο που έχει σημασία είναι πως αυτός ο παράξενος ψίθυρος με αποκοίμιζε.
Και ακόμη σήμερα, όταν η θάλασσα γαληνεύει και η νύχτα γίνεται απόλυτα ήσυχη, νιώθω πως αν κλείσω τα μάτια, θα τον ακούσω ξανά.
Τον ήχο της μπουνάτσας.
Έτσι είναι και η θάλασσα. Δεν κάνει πάντα θόρυβο για να σου μιλήσει. Μερικές φορές αρκεί ένας ανεπαίσθητος ψίθυρος για να σε νανουρίσει. δδμανιάς


