κάθε τόπος έχει την ιστορία του.
κάθε βουνό τις πληγές του.
κάθε πέτρα τη μνήμη της.
κι ο αθαμάνας τσίπρας τη δική του.
η σκέψη μού ήρθε ακούγοντας το «ανυπόταχτο γεράκι» του βασίλη σκουλά.
ένα τραγούδι που πετά από κορφή σε κορφή, από τα άγραφα στον ψηλορείτη, περνά από κλέφτικα λημέρια, από τον όλυμπο, τη γκιώνα, τον παρνασσό και τους δελφούς και φτάνει μέχρι τα ανώγεια.
ένα γεράκι που δεν ψάχνει απλώς τόπους.
μοιάζει να ψάχνει τον ίδιο του τον εαυτό.
και κάπου σ’ αυτό το ταξίδι βρίσκεται η στεφανιάδα.
εκεί στάθηκα.
γιατί πίσω από το όνομα κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος που δεν γνώριζα.
η στεφανιάδα βρίσκεται στην αργιθέα των θεσσαλικών αγράφων, μέσα στον μεγάλο ορεινό χώρο που στην αρχαιότητα ήταν η χώρα των αθαμάνων.
οι αθαμάνες δεν δημιούργησαν κάποια μεγάλη αυτοκρατορία.
ήταν ένας σχετικά μικρός ορεινός λαός, ανάμεσα στην ήπειρο και τη θεσσαλία, στριμωγμένος πολλές φορές ανάμεσα σε δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από τον ίδιο.
κι όμως άφησε ιστορία.
είχε δικούς του βασιλείς.
έκοψε δικό του νόμισμα με την επιγραφή «αθαμανών».
δημιούργησε το κοινό των αθαμάνων.
έκανε συμμαχίες, άλλαζε συσχετισμούς και προσπάθησε να διατηρεί τη δική του θέση μέσα σ’ έναν κόσμο ισχυρότερων.
ιδιαίτερα στα χρόνια του βασιλιά αμύνανδρου, στα τέλη του 3ου και στις αρχές του 2ου αιώνα π.χ., η μικρή αθαμανία απέκτησε πολιτική και διπλωματική παρουσία πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός της.
ίσως τα βουνά να μαθαίνουν διαφορετικά τους ανθρώπους.
όταν ζεις ανάμεσα σε κορφές και περάσματα, μαθαίνεις ότι για να επιβιώσεις δεν χρειάζεται πάντα να είσαι ο μεγαλύτερος.
χρειάζεται να ξέρεις πού πατάς.
κι από εκεί, αιώνες αργότερα, κρατά από την πλευρά του πατέρα του η ρίζα του αλέξη τσίπρα.
από το αθαμάνιο της άρτας.
γι’ αυτό και, με την άδεια της ιστορίας και κυρίως της ποίησης, θα τον πω σήμερα:
ο αθαμάνας.
όχι για να του φορτώσω κατορθώματα ανθρώπων που έζησαν πριν από δύο χιλιάδες χρόνια.
αλλά γιατί όλοι κουβαλάμε έναν τόπο πίσω μας.
ακόμη κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε.
και τότε επιστρέφω στο τραγούδι.
στο ανυπόταχτο γεράκι που πετά πάνω από τα βουνά, κουβαλώντας μια κρυφή πληγή.
που αναζητά το καθαρό νερό.
που θέλει να εξαγνιστεί.
να καθρεφτιστεί.
και ύστερα να εφορμήσει πάλι.
τι παράξενη εικόνα.
γιατί κι ο τσίπρας ανέβηκε κάποτε πολύ ψηλά.
έφτασε στην κορυφή της εξουσίας νέος.
κυβέρνησε.
συγκρούστηκε.
συμβιβάστηκε.
κέρδισε.
έχασε.
πλήγωσε ανθρώπους που τον πίστεψαν και πληγώθηκε κι ο ίδιος πολιτικά.
και κάποια στιγμή κατέβηκε από την κορυφή.
τώρα επιστρέφει.
όχι ως ο νέος πολιτικός που κάποτε υποσχόταν να αλλάξει τα πάντα.
κουβαλά πλέον τη δική του ιστορία.
και τις δικές του πληγές.
κι εδώ εμφανίζεται ξανά η στεφανιάδα.
η λίμνη αυτή έχει μια καταπληκτική ιστορία.
δεν υπήρχε από πάντα.
γεννήθηκε το 1963, όταν μια τεράστια κατολίσθηση έφραξε τη ροή των νερών.
το βουνό άνοιξε.
η γη πληγώθηκε.
και μέσα από εκείνη την πληγή γεννήθηκε μια λίμνη.
ίσως γι’ αυτό μου φαίνεται τόσο δυνατή η εικόνα του τραγουδιού.
να εξαγνιστείς και ύστερα να καθρεφτιστείς στα νερά της στεφανιάδας.
όχι βέβαια κυριολεκτικά.
ο τσίπρας δεν χρειάζεται να πάει στη λίμνη για να πλυθεί από τις πολιτικές αμαρτίες του.
ο εξαγνισμός στην πολιτική δεν γίνεται με νερό.
γίνεται με αυτογνωσία.
να κοιτάξεις τον εαυτό σου και να πεις:
πού έκανα λάθος;
ποιον απογοήτευσα;
πού συμβιβάστηκα περισσότερο απ’ όσο έπρεπε;
πού πίστεψα ότι είχα δίκιο ενώ δεν είχα;
τι θα έκανα διαφορετικά αν μου δινόταν άλλη μία ευκαιρία;
αυτό είναι το πραγματικό καθρέφτισμα.
κι αν ο τσίπρας έχει πράγματι περάσει από αυτό, τότε ίσως δικαιούται να ζητήσει να πετάξει ξανά.
όχι επειδή είναι αθαμάνας.
ούτε επειδή κάποτε υπήρξε πρωθυπουργός.
αλλά επειδή κάθε άνθρωπος που επιστρέφει πρέπει να αποδείξει ότι η πτώση κάτι του έμαθε.
η δεύτερη ευκαιρία άλλωστε δεν χαρίζεται.
τη δεύτερη ευκαιρία τη δίνει μόνο ο λαός.
και ίσως εδώ συναντιούνται τελικά όλα.
οι αρχαίοι αθαμάνες, ένας μικρός λαός που έμαθε να υπάρχει ανάμεσα στους μεγάλους.
η στεφανιάδα, μια λίμνη που γεννήθηκε από την πληγή ενός βουνού.
το ανυπόταχτο γεράκι, που κουβαλά τη δική του κρυφή πληγή και συνεχίζει να πετά.
κι ένας σημερινός αθαμάνας που επιχειρεί, ύστερα από την πτώση του, να ξανασηκωθεί.
δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει.
αυτό θα το γράψει η ιστορία.
ξέρω όμως κάτι που ισχύει πολύ πέρα από τον τσίπρα και την πολιτική.
η στεφανιάδα γεννήθηκε από μια κατολίσθηση.
ο άνθρωπος έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στο βουνό.
μπορεί να καταλάβει γιατί έπεσε.
κι αν το καταλάβει πραγματικά, τότε η πληγή του μπορεί να μη γίνει μόνο ουλή.
μπορεί να κρατήσει μέσα της νερό.
να γίνει καθρέφτης.
κι όταν κοιταχτεί μέσα του και αναγνωρίσει το πρόσωπό του,
ίσως η πληγή να γίνει φτερά.
και τότε,
πέτα, αθαμάνα.
όχι γιατί δεν έπεσες ποτέ.
αλλά γιατί έμαθες από την πτώση σου να πετάς.
— δδμανιάς
«καθρεφτίστηκε στα νερά της στεφανιάδας, άφησε πίσω την πληγή του, άνοιξε πάλι τα φτερά. ο πετρίτης θα εφορμήσει ξανά.» δδμανιάς

