υπάρχουν γνώσεις που δεν γράφτηκαν ποτέ σε βιβλία.
δεν διδάχθηκαν σε σχολές.
δεν καταγράφηκαν σε χάρτες.
πέρασαν από τον πατέρα στον γιο, από τον ψαρά στον ψαρά, από τον καπετάνιο στο πλήρωμα.
μια τέτοια γνώση ήταν και η ανάγνωση του καιρού.
οι άνθρωποι του ιονίου ζούσαν δίπλα στη θάλασσα.
η ζωή τους εξαρτιόταν από τον άνεμο.
από το κύμα.
από το αν θα βγουν για ψάρεμα.
από το αν θα ταξιδέψουν.
από το αν θα γυρίσουν ασφαλείς στο σπίτι τους.
στο αιγαίο περίμεναν τα μελτέμια.
τα πρώτα τους σημάδια τα έλεγαν προδρόμια.
στο ιόνιο όμως η θάλασσα είχε τον δικό της χαρακτήρα.
εδώ δεν υπάρχουν τα μεγάλα και επίμονα μελτέμια.
υπάρχει ο μαΐστρος.
ο καλοκαιρινός άνεμος που έρχεται συνήθως από τα βορειοδυτικά.
το πρωί η θάλασσα μπορεί να είναι λάδι.
να καθρεφτίζεται πάνω της ο ουρανός.
να γλιστρά το καΐκι αθόρυβα.
να μην κουνιέται ούτε φύλλο.
όμως όσο ανεβαίνει ο ήλιος, ξυπνά και ο άνεμος.
λίγο μετά το μεσημέρι αρχίζει να φυσά.
και πολλές φορές το απόγευμα γεμίζει τη θάλασσα μικρά λευκά αρνάκια.
οι παλιοί θιακοί το ήξεραν καλά.
δεν χρειάζονταν δελτία καιρού.
κοιτούσαν τη θάλασσα.
κοιτούσαν τον ουρανό.
μα πάνω απ’ όλα κοιτούσαν το νήριτο.
το βουνό της παναγίας.
όταν στις κορφές του άρχιζαν να κολλούν σύννεφα, έλεγαν πως βγήκαν τα κατσαδούρια.
όσο περισσότερα κατσαδούρια φαίνονταν πάνω στο βουνό, τόσο πιο φρέσκο μαΐστρο περίμεναν το απόγευμα.
η λέξη δεν υπάρχει στα μεγάλα λεξικά.
υπάρχει όμως στη μνήμη των ανθρώπων.
κατσαδούρι ήταν το σύννεφο που καθόταν πάνω στο βουνό.
πιθανότατα η λέξη γεννήθηκε από το ρήμα «κάθομαι».
το σύννεφο καθόταν στην κορφή.
και προειδοποιούσε.
δεν ήταν επιστήμη.
ήταν εμπειρία.
η εμπειρία εκατοντάδων χρόνων.
η γνώση που αποκτήθηκε με ιδρώτα, ταξίδια και αμέτρητες ώρες παρατήρησης.
σήμερα οι δορυφόροι παρακολουθούν ολόκληρη τη μεσόγειο.
οι μετεωρολόγοι προβλέπουν τον καιρό με υπολογιστές.
κι όμως οι παλιοί θιακοί, κοιτάζοντας τα κατσαδούρια στο νήριτο, ήξεραν πολλές φορές αρκετά για να αποφασίσουν αν θα βγουν στη θάλασσα ή αν θα μείνουν στο λιμάνι.
ίσως γι’ αυτό αξίζει να θυμόμαστε τέτοιες λέξεις.
γιατί δεν περιγράφουν μόνο έναν καιρό.
περιγράφουν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
μια σχέση του ανθρώπου με τη φύση που χάνεται σιγά σιγά.
κι όμως εξακολουθεί να ζει μέσα στις λέξεις.
μέσα στις αναμνήσεις.
και μέσα στα κατσαδούρια που κάθονται κάθε καλοκαίρι πάνω στο νήριτο, περιμένοντας να σηκωθεί ο μαΐστρος.
τα σμυρναίικα μοιάζουν με παλιά καράβια.
έχουν περάσει φουρτούνες, πολέμους και ξεριζωμούς.
κι όμως συνεχίζουν να ταξιδεύουν.
γιατί οι πατρίδες χάνονται.
τα τραγούδια όχι.
— δδμανιάς

