Μνήμες – Χρονικά ζωής
Υπάρχουν δρόμοι που δεν φαίνονται στους χάρτες.
Ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας.
Όταν ήμασταν παιδιά, τα καλοκαίρια παίζαμε με τις ώρες στην πλατεία. Κι όταν κουραζόμασταν, παίρναμε πάντα το ίδιο ανηφορικό στενό για να γυρίσουμε στα σπίτια μας.
Τι δεν άκουσε εκείνο το δρομάκι…
Υποσχέσεις που δίναμε σαν να ήταν αιώνιες.
Όνειρα που έμοιαζαν βέβαια.
Πρώτοι έρωτες.
Γέλια.
Πειράγματα.
Σχέδια για μια ζωή που μόλις άνοιγε μπροστά μας.
Είχαμε μια καρδιά καθαρή.
Γεμάτη αγάπη για τους ανθρώπους, για τη γειτονιά, για τον κόσμο ολόκληρο.
Ύστερα τελείωσαν τα σχολεία.
Ήρθε η δουλειά.
Ο στρατός.
Τα καράβια.
Τα ταξίδια.
Ο καθένας πήρε τον δρόμο του.
Κι όμως όλοι κυνηγούσαμε το ίδιο πράγμα.
Ένα καλύτερο αύριο.
Πολλά από όσα λέγαμε εκείνο το δρομάκι άλλαξαν.
Άλλα τα αναθεωρήσαμε.
Άλλα τα ξεχάσαμε.
Άλλα τα προδώσαμε.
Όχι γιατί γίναμε χειρότεροι.
Αλλά γιατί η ζωή μάς δίδαξε πως πολλές φορές ο δρόμος είναι διαφορετικός από εκείνον που σχεδιάζαμε παιδιά.
Πέρασαν τα χρόνια.
Οι φίλοι λιγόστεψαν.
Κάποιοι έφυγαν μακριά.
Κάποιοι έφυγαν για πάντα.
Κι όμως το στενό έμεινε εκεί.
Περιμένει ακόμα.
Σήμερα η πλατεία γεμίζει πάλι νέους ανθρώπους.
Μόνο που οι περισσότεροι ανεβοκατεβαίνουν με τα αυτοκίνητα.
Προσέχουν το τιμόνι.
Δεν προλαβαίνουν να κουβεντιάσουν.
Δεν ακούγονται τα γέλια που αντηχούσαν κάποτε στα πέτρινα σπίτια.
Ήταν φορές που αισθανόμουν πως εκείνο το ταπεινό ανηφορικό δρομάκι ήταν δικό μου.
Σήκωνα το κεφάλι και έβλεπα το φεγγάρι.
Πόσο γλυκό ήταν το φως του…
Δεν έλεγε τίποτα.
Κι όμως μου κρατούσε συντροφιά.
Ακόμη και σήμερα, όταν το ανεβαίνω αργά, με την ανάσα πιο βαριά απ’ ό,τι τότε, όλα επιστρέφουν.
Οι φωνές.
Τα γέλια.
Τα όνειρα.
Τα πρόσωπα.
Όλα άλλαξαν.
Μόνο ένα πράγμα δεν άλλαξε ποτέ.
Η γλύκα που άφησαν μέσα στην καρδιά μου.
Και όσο αυτή η γλύκα υπάρχει, ξέρω πως εκείνο το ανηφορικό δρομάκι δεν οδηγεί μόνο στο πατρικό μου σπίτι.
Οδηγεί πίσω σε ό,τι ομορφότερο κράτησε η ζωή.
— δδμανιάς
Que se quede el infinito sin estrellas
O que pierda el ancho mar su inmensidad
Pero el negro de tus ojos que no muera
Y el canela de tu piel se quede igual
Si perdiera el arcoíris su belleza
O las flores, su perfume y su color
No sería tan inmensa mi tristeza
Como aquella de quedarme sin tu amor
Me importas tú, y tú, y tú
Y solamente tú, y tú, y tú
Me importas tú, y tú, y tú
Y nadie más que tú
Ojos negros, piel canela
Que me llegan a desesperar
Me importas tú, y tú, y tú
Y nadie más que tú, y tú, y tú
Que se quede el infinito sin estrellas
O que pierda el ancho mar su inmensidad
Pero el negro de tus ojos que no muera
Y el canela de tu piel se quede igual
Me importas tú, y tú, y tú
Y solamente tú, y tú, y tú
Me importas tú, y tú, y tú
Y nadie más que tú
Ojos negros, piel canela
Que me llegan a desesperar
Me importas tú, y tú, y tú
Y nadie más que tú


