“τα χριστούγεννα του παπαδιαμάντη”- κώστα βάρναλη

ορανς βρεχε διαρκς λεπτν νερόχιονον, γραγος διάκοπος φύσα κα το ψχος κα χειμν τς παραμονς τν Χριστουγέννων το τους…
κυρ-λέξανδρος εχε νηστεύσει νελλιπς λόκληρον τ Σαρανταήμερον κα εχεν ξομολογηθε τ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τ χέρι σου φιλ!).
 Κα φο γκαίρως παρέδωσε τ χριστουγεννιάτικον διήγημά του ες τν «κρόπολιν» κα διέθεσεν λόκληρον τν γλίσχρον ντιμισθίαν του πρς πληρωμν το νοικίου κα τν λίγων χρεν του, γέρων δη κεκμηκς π τν τν κα τς νηστείας, ποφεύγων πάντοτε τν πολυάσχολον τύρβην, λλ φιλακόλουθος πιστός, ψαλεν, ς συνήθως, μ τν βραχνν κα σπασμένην φωνήν του, πλήρη μως νθέου πάθους, ς δεξις ψάλτης, ες τ παρεκκλήσιον το Προφήτου λισσαίου τς Μεγάλας ρας, σχεδν π στήθους, κα τε πανλθεν ες τ πτωχικόν του δωμάτιον, δν εχεν κόμη φέξει!
ναψε τ κηρίον του κα τ βοηθεί το κηρίου (κα το Κυρίου!) βγαλε τ πόδημά του τ ριστερόν, διότι τν νώχλει κάλος, κα μίκλιντος π τς πενιχρς στρωμνς του, πολλ εμβάζων κα οδν σκεπτόμενος, κουε τς ρυγς το κραταιο νέμου κα τος κρότους τς βροχς κα βλεπε νοερς τν πορφυρον πόντον ν ήγνυται ες τος σκληρος αχμηρος βράχους το νεφελοσκεπος κα χιονοστεφάνου θω.
κρύωνεν. λλ τ καφενεον το κυρ-Γιάννη το γκιστριώτη το κλειστόν. λλ κα βολν δν εχε ν παραγγείλει:
– Πάτερ βραάμ, πέμψον Λάζαρον! (να ποτηράκι ακ ώμι).
κείνην τν χρονιν τ Χριστούγεννα πεσαν Παρασκευήν. Τόσον τ καλύτερον. Θ νηστεύσει κα πάλιν, ς τ εχε τάμα ν νηστεύει δι βίου κάθε Παρασκευν δι ν ξαγνισθε μαρτωλς δολος το Θεο π τ μέγα κρμα τς νεότητός του, πο εδε τυχαίως π τν κλειδαρότρυπαν τν νεαράν του ξαδέλφην ν γδύνεται.
καμε τν σταυρόν του κι σκεπάσθη μ τν διάτρητον βατανίαν του, πως το ντυμένος κα μ τ ποδήματα – πλν το ριστερο.
Κα τότε ερέθη ες τν προσφιλήν του νσον τν παιδικν του χρόνων μ τ όδιν᾿ κρογιάλια, τς λκυονίδας μέρας, τς χλοϊζούσας πλαγιάς, μ τ κρίταμα, τν κάππαριν κα τς ρμυρήθρας τν παραθαλασσίων βράχων κα μ τος πλος παλαιος νθρώπους, θαλασσοδαρμένους ναυαγούς, ζωντανος κα κεκοιμημένους.
Κα λθεν Χριστς μ τ τεθλιμμένον πρόσωπον, Παναγία Γλυκοφιλοσα μ τ λευκν κα νθεον Βρέφος της, γιος Στυλιανός, φίλος κα φρουρς τν νηπίων, γία Βαρβάρα κα γία Κυριακ μ τος σταυρος κα τος κλάδους τν φοινίκων ες τς χερας, σιος ντώνιος κα Εθύμιος κα Σάββας μ τς γενειάδας κα τ κομβοσχοίνια των· κα λθε κα σιος Μωϋσς Αθίοψ, «νθρωπος τν ψιν κα θες τν καρδίαν», γία ναστασία Φαρμακολύτρια κρατοσα ες τς χερας τ μικρόν της ληκύθιον, τ περιέχον τ λυτήρια λων τν μαγγανειν κα πδν, γιος λευθέριος, γία Μαρίνα κα ετα γιος Γεώργιος κα γιος Δημήτριος μ τ χαντζάριά των, μ τς σπίδας κα τος θώρακάς των – λόκληρον τ Τέμπλον το παρεκκλησίου τς Παναγίας τς Γλυκοφιλούσης κε πάνω ες τν βράχον τν μαστιζόμενον π θυέλλας κα λαίλαπας κα λικνιζόμενον π τ πολυτάραχον κα πολυρροιβδον κμα…
Φέγγος αρινν κα θαλπωρ διεχύθησαν ντς το γρο δωματίου κα κυρ-λέξανδρος λησμονήσας τν κάλον του νεσηκώθη ν φορέσει κα τ ριστερόν του πόδημα δι ν᾿ σπασθε ελαβς τος πόδας το Χριστο, τς Παναγίας κα τν γίων.
λλ᾿ πτασία ξηφανίσθη κα δο ερέθη ες τν η-Γιάννην τν Κρυφόν, πο γιάτρευε τος κρυφος πόνους κι δέχετο τν ξαγόρευσιν τν κρυφν μαρτιν. Πλθος πιστν εχεν νέλθει π τν πολίχνην, ζωντανο κα συγχωρεμένοι, ν παρακολουθήσουν τν Λειτουργίαν, τν ποία τέλει παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος π τν μπάρμπ᾿ ναγνώστην τν Παρθένην.
Κατ περίεργον ντινομίαν τν στοιχείων, το καλοκαρι κι Λειτουργία εχε τελειώσει κα τον δν τον τρίτη πρωϊνή, τε μφιλύκη ρχισε ν οδίζει ες τν ντικρυνν ζυγν το βουνο.
λοι γείτονες, λάλοι κα φωνασκοί, κάθηντο κατ γς πέριξ στρωμένης καθαρς θόνης. Τέσσερ᾿ ρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, στακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστ τς λίμνης, αγοτάραχον κα γχέλεις λατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια κα μλα – λα τ καλούδια, προϊόντα της μικρς κα ραίας νήσου, περιέμενον τος συνδαιτυμόνας.
– Καλς ρισες κυρ-λέξαντρε, κάτσε κ᾿ φεντιά σου, το επεν θεία μέρσα.
λλ τί βλέπει γύρω του; λους τους ρωας κα τς ρωίδας τν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. κε τον θεία-χτίτσα, φοροσα καινουργ μανδήλαν κα νέα πέδιλα, πιδεικνύουσα μετ᾿ εγνωμοσύνης τ συνάλλαγμα τν δέκα λιρν, τ ποον μόλις λαβε π τν ξενητευμένον ες τν μερικν υόν της. 
Δίπλα της κάθητο κι Γιάννης Παλούκας, προσποιηθες τν Καλλικάντζαρον τν Παραμονν τν Χριστουγέννων κα ληστεύσας τν γγελν, τν Νάσον, τν Τάσον – λα τ παιδία τ ποα κατήρχοντο π τν πάνω νορίαν, φο εχαν ψάλει τ Κάλανδα. σηκώθη κα παρέδωσεν ες τν κυρ-λέξανδρον τς κλεμμένας πεντάρας -δν εχε πς ν μεθύσ κα ορτάσ τ Χριστούγεννα κείνην τν χρονιν (συχωρεμένος ς εναι!).
δο κι Μπαρμπ᾿ λέξης, Καλοσκαιρς, πο δν εχεν νάγκην το πορθμείου το Χάροντος δι ν πηδήσει ες τν λλον κόσμον· εχε τ δικόν του, πόσαθρον πλοιάριον, ατόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του τον κι σύντροφός του Γιάννης Πανταρώτας ναυτολογημένος ς ωαννίδης κα διατελν ν διαρκε πουσί κατ τς ρας τς ργασίας.
– Ν φροντίσς, το επεν Πανταρώτας, ν πάρω τν σύνταξή μου!
Κα λησμονν τν ερότητα τς στιγμς μούντζωσε τ κενν συνοδεύων τν σεμνον χειρονομίαν μ τν σεμνοτέραν βλασφημίαν:
ρσε, κουβέρνο!
κε τον κι Μπαρμπα-Διόμας, ετυχς διότι γλύτωσεν π τ ναυάγιον κα ρρόφησεν πνευστ π το διασώσαντος ατν τρεχαντηρίου λόκληρον φιάλην πλήρη δυγεύστου μαύρου ονου δι ν συνέλθει – πενιχρά, λλ᾿ περτάτη ετυχία το πτωχο!
λλ᾿ δο τρεξε ν το σφίξη τν χερα κα βοσκς Στάθ᾿ς το Μπόζα, το ποίου δύο αγες εχον βραχωθ ες τν κρημνν περάνω της βύσσου, που χαινεν πόντος κα το δύνατον ν σωθον, ν δν τν κατεβίβαζαν δι σχοινίου ες τν βράχον μ κίνδυνον τς ζως του.
– Τν Ψαρ τν χω τάξει σημένια στν Παναγιά. Τ Στέρφα (τν λλην αγα) θ τν σφάξω γι σένα, ν τν φμε.
Κα σημίνα το μαστρο-Στεφαν το βαρελ, μ τς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τ οδαυγή, τν λένη, τ Μαργαρ κα τν φέντρα, σημίνα, πο τν μίαν μέραν ώρτασε τος γάμους τς φέντρας μ τν Γρηγόρη τς Μονεβασς κα τν λλην μέραν πένθησεν τν θάνατον το υο της το Θανάση.
Τέλος, ! τς κπλήξεως, νεφανίσθη κα τερος αυτός του, λέξανδρος Παπαδημούλης, πτωχαλαζών, σχολούμενος ες ργα μ κοινς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
κυρ-λέξανδρος σθάνθη τύψεις, τι πλασεν λους ατος τος νθρώπους το λαο τόσον δυστυχες κα ταπεινος τόσον μαρτωλος (οδες ναμάρτητος!) κα τν αυτόν του τόσον πηρμένον!…
λλ τν στιγμν κείνην τν διέκοψεν κταόκαδος τσότρα, περιφερομένη π χειρς ες χερα. Δν πρόλαβε ν τν ναγκαλισθ κα χησαν τ λαλούμενα (βιολιτζδες ντόπιοι κα τουρκόγυφτοι μ κλαρινέτα) καξύπνησεν.
Ποτ κοσμοκαλόγηρος κυρ-λέξανδρος δν ξύπνησε τόσον χορτάτος, 
σον κείνην τν γίαν μέραν, νστις το Σαρανταημέρου κα νστις λης της ζως του!

– ζων ν χει!

από: par liv

Hot this week

κάτσε ήσυχα, αύγουστε — αρκετά μας έψησες

«αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ’σουν δυο φορές τον...

χαρ πίππος: τα αρχεία της ιθάκης πρέπει να βρίσκονται στην ιθάκη

μερικές φορές ένα σχόλιο κάτω από μια ανάρτηση δεν...

ω, γλυκιά μου πατρίδα

θυμάμαι μια παλιά, αληθινή ιστορία που λεγόταν στο θιάκι. ένας...

αν ζεις από το θιάκι, να το αγαπάς δυο φορές

κάθε καλοκαίρι το θιάκι αλλάζει. έρχεται κόσμος, ανοίγουν σπίτια, γεμίζουν...

δημ πρεβεζάνος: η ιστορία δεν είναι τα χαρτιά. είναι οι άνθρωποι

την κυριακή 16 αυγούστου, στο δημοτικό μορφωτικό κέντρο ιθάκης,...

Topics

κάτσε ήσυχα, αύγουστε — αρκετά μας έψησες

«αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ’σουν δυο φορές τον...

χαρ πίππος: τα αρχεία της ιθάκης πρέπει να βρίσκονται στην ιθάκη

μερικές φορές ένα σχόλιο κάτω από μια ανάρτηση δεν...

ω, γλυκιά μου πατρίδα

θυμάμαι μια παλιά, αληθινή ιστορία που λεγόταν στο θιάκι. ένας...

αν ζεις από το θιάκι, να το αγαπάς δυο φορές

κάθε καλοκαίρι το θιάκι αλλάζει. έρχεται κόσμος, ανοίγουν σπίτια, γεμίζουν...

δημ πρεβεζάνος: η ιστορία δεν είναι τα χαρτιά. είναι οι άνθρωποι

την κυριακή 16 αυγούστου, στο δημοτικό μορφωτικό κέντρο ιθάκης,...

«καπιταλισμός = η απάτη του χρήματος»

το χρήμα το έφτιαξε ο άνθρωπος για να τον...

η ιθάκη στον καιρό των βενετών

απόψε, η ιθάκη γυρίζει μερικούς αιώνες πίσω πώς ήταν άραγε...

«Έχε στο νου σου το Θιάκι». 

οι αρχαίοι έλληνες τη φιλοξενία την έλεγαν ξενία. και δεν ήταν...

Related Articles

Popular Categories