iloveithaki.gr, 19/5/2026
κάποτε η ελιά στο θιάκι δεν ήταν “χόμπι”.
ήταν ζωή.
ήταν το λάδι που άναβε το καντήλι.
το σαπούνι.
το φαΐ.
το μικρό εισόδημα του φτωχού.
η ασφάλεια πως «κάτι θα βγει κι εφέτος».
σήμερα όμως;
βλέπεις τα χωράφια να κλείνουν.
τις λαχίδες να χάνονται μέσα στο λόγγο.
τους νέους να δουλεύουν σεζόν για 900 ευρώ και να αγοράζουν λάδι από το σούπερ μάρκετ.
και την πολιτεία να θυμάται τα μικρά νησιά μόνο στις γιορτές και στις φωτογραφίες.
κι όμως την ίδια ώρα, ισπανία και ιταλία συζητούν σοβαρά μέτρα στήριξης της ελαιοκαλλιέργειας.
όχι επειδή έγιναν ξαφνικά ρομαντικοί.
αλλά γιατί κατάλαβαν κάτι απλό:
χωρίς πρωτογενή παραγωγή, δεν υπάρχει κοινωνία.
υπάρχει μόνο κατανάλωση, εξάρτηση και φτώχεια ντυμένη τουρισμός.
και εδώ έρχεται το μεγάλο ερώτημα:
η ελλάδα τι κάνει;
αν πράγματι θέλει να στηρίξει μικρά νησιά όπως η ιθάκη, γιατί δεν φτιάχνει ειδικό πρόγραμμα για την ελιά των νησιών;
γιατί δεν μειώνει το κόστος μεταφοράς;
γιατί δεν δίνει πραγματικά κίνητρα σε νέους να καθαρίσουν χωράφια;
γιατί δεν στηρίζει μικρά ελαιοτριβεία και τοπικές τυποποιήσεις;
γιατί δεν προστατεύει την μικρή ποιοτική παραγωγή απέναντι στις τεράστιες αγορές;
κι αν πραγματικά θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανή την ελιά στα μικρά νησιά,
πρέπει να βοηθηθούν και όσοι παλεύουν να βελτιώσουν την ποιότητα του λαδιού τους.
νέα πιο βιολογικά μηχανήματα,
σύγχρονα μικρά ελαιοτριβεία,
λιγότερα χημικά,
καλύτερη τυποποίηση,
επιστημονική στήριξη,
και κίνητρα για καλλιέργειες που σέβονται το χώμα και τον άνθρωπο.
γιατί σήμερα δεν αρκεί μόνο να παράγεις.
πρέπει να παράγεις ποιοτικά.
κι εδώ το θιάκι θα μπορούσε να έχει πλεονέκτημα.
μικρός τόπος,
καθαρό περιβάλλον,
παλιές ποικιλίες,
ξερική ελιά,
χωρίς βιομηχανική υπερπαραγωγή.
δηλαδή ακριβώς αυτό που ζητά πλέον η σοβαρή αγορά.
ή μήπως τελικά θέλουμε νησιά χωρίς παραγωγή;
μόνο airbnb, καφέδες, σαλάτες και σεζόν;
γιατί το θιάκι δεν μπορεί να ζήσει μόνο από ξαπλώστρες.
ούτε από τρία μεροκάματα το καλοκαίρι.
η ελιά εδώ δεν είναι απλώς προϊόν.
είναι κομμάτι του τόπου.
είναι οι παλιά κορωνιά κ η ανωησάνα που άντεξαν πολέμους, φτώχεια, μετανάστευση και ξερολιθιές.
είναι οι γέροι που ακόμα κουβαλούν τσουβάλια χωρίς να τους βλέπει κανείς.
είναι η μυρωδιά του φρέσκου λαδιού που θυμίζει σπίτι. είναι το λιόζουμο που έτρεχε στ αυλάκι στο λαγκάδι.
και ίσως το πιο τραγικό:
την ώρα που όλη η ευρώπη μιλά για ποιότητα, αυτάρκεια και μεσογειακή διατροφή,
εμείς αφήνουμε την γη να πεθαίνει.
μετά θα λέμε:
“δεν μένει κόσμος στα νησιά”.
μα πώς να μείνει;
χωρίς παραγωγή,
χωρίς στήριξη,
χωρίς προοπτική;
το λάδι ίσως δεν θα κάνει πλούσιο το θιάκι.
μπορεί όμως να το κρατήσει ζωντανό.
κι αυτό σήμερα αξίζει περισσότερο κι από χρυσάφι.
επιμύθιο θιακό
αν χαθεί κι η ελιά,
μετά θα πουλάμε μόνο ηλιοβασιλέματα.
κι όταν φύγουν κι οι τουρίστες,
θα μείνουμε να κοιτάμε τις παλιές λαχίδες μέσα στα βάτα και να λέμε:
“εδώ κάποτε δούλευαν οι πρόγονοι μας που μας μεγάλωσαν…”
το «λούζεται η αγάπη μου στο γουαλδακιβίρ» έχει κάτι βαθιά μεσογειακό και ονειρικό.
δεν είναι απλώς ένας ποταμός στην ισπανία.
γίνεται σύμβολο.
ο γουαλδακιβίρ κουβαλά ιστορία αράβων, ανδαλουσίας, φλαμένκο, πάθος, εξορία και έρωτα.
κι όταν το τραγούδι λέει πως «λούζεται η αγάπη μου στο γουαλδακιβίρ», είναι σαν να λέει:
η αγάπη μου λούζεται μέσα στον χρόνο,
σε έναν κόσμο παλιό, αισθαντικό και ανθρώπινο,
μακριά από την ψυχρή εποχή μας.
έχει μέσα του εικόνες από άσπρα χωριά, πορτοκαλιές, νύχτες με κιθάρες και ανθρώπους που ακόμα πονούν και αγαπούν αληθινά.
και ίσως γι’ αυτό αγγίζει τόσο πολύ τους έλληνες.
γιατί κάπου η ανδαλουσία μοιάζει με την δική μας μεσόγειο:
φτώχεια,
ήλιος,
μετανάστευση,
καημός,
περηφάνια,
και τραγούδι για να αντέχεται η ζωή.
είναι από εκείνα τα τραγούδια που δεν τα ακούς μόνο.
τα θυμάσαι σαν κάτι που έζησες, ακόμη κι αν δεν το έζησες ποτέ.


