όταν ήμουν νέος έκανα πόλεμο.
όχι πόλεμο με όπλα.
έκανα πόλεμο με ιδέες.
με συμπεριφορές.
με συνήθειες που θεωρούσα λάθος.
με αδικίες που πίστευα πως έπρεπε να διορθωθούν.
έκανα πόλεμο με τα βασικά ένστικτα.
με τον θυμό.
με την αλαζονεία.
με τον φόβο.
πολλές φορές έκανα πόλεμο με τον εαυτό μου μέσω των άλλων.
κράτησε πολύ αυτός ο πόλεμος.
τόσο πολύ που στο τέλος κατάλαβα πως δεν προσπαθούσα να αλλάξω μόνο τον κόσμο.
προσπαθούσα να καταλάβω τον άνθρωπο.
και μαζί μ’ αυτόν να καταλάβω κι εμένα.
δεν ξέρω αν έγινα καλύτερος.
αυτό δεν μπορεί να το πει κανείς για τον εαυτό του.
ξέρω όμως ότι έγινα πιο δουλεμένος.
όχι πιο σοφός.
η σοφία είναι μεγάλη λέξη.
ίσως πιο κατανοητικός.
πιο επιεικής.
πιο πρόθυμος να ακούσω.
όταν είσαι νέος ψάχνεις το δίκιο.
όταν μεγαλώνεις ανακαλύπτεις ότι σχεδόν όλοι πιστεύουν πως έχουν δίκιο.
και τότε αρχίζεις να ψάχνεις κάτι δυσκολότερο.
την κατανόηση.
η νεότητα είναι μια φλόγα.
τρέχει.
συγκρούεται.
ονειρεύεται.
θέλει να αλλάξει τον κόσμο.
τα χρόνια όμως περνούν.
και η φλόγα γίνεται σπίθα.
όχι πιο αδύναμη.
πιο ήρεμη.
δεν ψάχνει πια να νικήσει.
ψάχνει να φωτίσει.
τώρα δεν κάνω πόλεμο.
ούτε θέλω.
ούτε μπορώ.
τώρα συνοψίζω στιγμιότυπα.
λιμάνια.
πρόσωπα.
έρωτες.
φίλους που χάθηκαν.
λάθη που πλήρωσα.
όνειρα που πραγματοποιήθηκαν.
και άλλα που έμειναν για πάντα όνειρα.
τώρα λειαίνω τις σκέψεις μου.
όπως η θάλασσα λειαίνει τα βότσαλα.
χωρίς βιασύνη.
χωρίς θυμό.
χωρίς απαιτήσεις.
και παρηγορώ τις προσδοκίες μου.
όχι γιατί όλες εκπληρώθηκαν.
αλλά γιατί κατάλαβα ότι η ζωή δεν μας χρωστά τίποτα.
μας χάρισε ήδη το μεγαλύτερο δώρο.
το ταξίδι.
οι αργεντινοί εργάτες με φώναζαν κάποτε «el hombre salado».
άνθρωπο αλατισμένο.
τότε νόμιζα πως το έλεγαν για τα καράβια.
σήμερα ξέρω πως το έλεγαν για τη ζωή.
γιατί το αλάτι δεν μένει μόνο στα κύματα.
μένει πάνω στους ανθρώπους.
στις αναμνήσεις.
στις ρυτίδες.
στις ιστορίες.
στα μάτια όσων ταξίδεψαν πολύ.
και τώρα, καθώς πλησιάζει ο ορίζοντας, δεν περιμένω θριάμβους.
ούτε δικαιώσεις.
ούτε μεγάλες νίκες.
μου αρκεί να κοιτάω τη θάλασσα μέσα από τ’ αλάτια του τζαμιού της γέφυρας,
και να λέω:
άξιζε.
— δδμανιάς
Ο ναυτικός του τραγουδιού δεν ανήκει σε κανένα λιμάνι. Κουβαλά αναχωρήσεις, επιστροφές, πρόσωπα που άφησε πίσω και τόπους που δεν πρόλαβε να αγαπήσει όσο θα ήθελε. Η θάλασσα τού έδωσε ελευθερία, αλλά του ζήτησε και ένα τίμημα: να μη ριζώσει ποτέ πραγματικά πουθενά.
Γι’ αυτό το τραγούδι συγκινεί τόσο τους ανθρώπους της θάλασσας. Δεν μιλά μόνο για ταξίδια. Μιλά για τον χρόνο που περνά. Για τη ζωή που φεύγει λιμάνι-λιμάνι. Για τη γλυκιά μελαγχολία ενός ανθρώπου που, κοιτάζοντας πίσω, δεν ξέρει αν κέρδισε ή έχασε, ξέρει όμως ότι έζησε. δδμανιάς


