Η Άτοκος βρίσκεται ανάμεσα στο Θιάκι, τον Καστό και τον Κάλαμο.
Ένα μικρό ξερονήσι του Ιονίου.
Χωρίς χωριό.
Χωρίς λιμάνι.
Χωρίς μόνιμους κατοίκους.
Για πολλούς είναι ένας όμορφος προορισμός.
Για εμάς ήταν κάτι περισσότερο.
Ήταν ένα κομμάτι της ζωής μας.
Φεύγαμε πάντα πρωί από το Θιάκι.
Όχι γιατί βιαζόμασταν.
Αλλά γιατί θέλαμε να έχουμε χρόνο πριν κατεβάσει ο μαΐστρος.
Έτσι το λέγαμε.
«κατέβασε ο μαΐστρος».
Δηλαδή δυνάμωσε.
Φρέσκαρε.
Σήκωσε θάλασσα.
Κι όταν κάποιος έλεγε:
— σήμερα δεν θα κατεβάσει,
όλοι ξέραμε τι εννοούσε.
Αυτές ήταν οι λέξεις με τις οποίες μεγαλώσαμε.
Λέξεις της θάλασσας.
Λέξεις των ψαράδων.
Λέξεις του Ιονίου.
Δέναμε πάντα μέσα στη σπιάντζα τ’ Άι Γιάννη.
Η σπιάντζα είναι παλιά επτανησιακή λέξη.
Έρχεται από το ιταλικό spiaggia και σημαίνει την αμμουδιά.
Για εμάς όμως ήταν κάτι περισσότερο.
Ήταν το μέρος που δέναμε τη βάρκα.
Που κολυμπούσαμε.
Που περιμέναμε.
Που περνούσαμε ολόκληρες μέρες του καλοκαιριού.
Τα παραγάδια τα ρίχναμε συνήθως άλμπα ή πρίμα σέρα.
Έτσι τα λέγαμε.
Άλμπα από το ιταλικό alba, η αυγή.
Πρίμα σέρα από το prima sera, το πρώτο βραδάκι πριν νυχτώσει.
Ήταν οι καλύτερες ώρες.
Τότε ξυπνούσε η θάλασσα.
Τότε έπεφταν τα παραγάδια.
Σκιά δεν υπήρχε στη σπιάντζα.
Ούτε δέντρα.
Ούτε καλύβες.
Η τέντα της βάρκας ήταν το καταφύγιό μας από το λιοπύρι.
Εκεί καθόμασταν ώρες ολόκληρες.
Άλλες φορές μόνος.
Άλλες φορές με τ’ αδέλφια μου.
Άλλες φορές με φίλους.
Κι εκεί, κάτω από την τέντα, λέγαμε ιστορίες.
Γελούσαμε.
Ονειρευόμασταν.
Χωρίς να ξέρουμε ότι κάποτε όλα αυτά θα γίνονταν αναμνήσεις.
Κάπου πιο πάνω, χωμένη ανάμεσα σ’ έναν λόγγο από μυρτιές, μόλις που φαινόταν η μικρή εκκλησία τ’ Άι Γιάννη.
Την έβλεπες και ήξερες ότι ήταν εκεί.
Αλλά ποιος να πάει;
Η θάλασσα ήταν μπροστά μας.
Η βάρκα δεμένη στη σπιάντζα.
Τα παραγάδια στο νερό.
Και η ζέστη του καλοκαιριού κρατούσε τους περισσότερους κάτω από την τέντα.
Θυμάμαι ακόμα δύο ξέρες.
Τη ξέρα που έβγαινε έξω από τον Άι Γιάννη.
Και τη ξέρα ανάμεσα στην Άτοκο και τον Καστό.
Εκεί πέφτανε πολλά από τα παραγάδια μας.
Τότε οι ξέρες είχαν ζωή.
Συναγρίδες.
Ροφούς.
Σαργούς.
Στήρες.
Και κάθε λογής ψάρια του βυθού.
Δεν λέω πως κάθε μέρα γυρίζαμε φορτωμένοι.
Η θάλασσα ποτέ δεν χρωστούσε σε κανέναν.
Όμως τα ψάρια υπήρχαν.
Τα έβλεπες.
Τα γνώριζες.
Ήξερες πού κατοικούσαν.
Σήμερα δεν ξέρω.
Πέρασαν πολλά χρόνια.
Ίσως να κάνω λάθος.
Όμως πολλές φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ακόμη εκείνες οι συναγρίδες και οι ροφοί που θυμάμαι.
Οι παλιοί ψαράδες λένε πως η θάλασσα φτώχυνε.
Πως οι ανεμότρατες και η υπεραλίευση πήραν περισσότερα απ’ όσα έπρεπε.
Δεν ξέρω αν αυτή είναι όλη η αλήθεια.
Ξέρω μόνο πως οι ξέρες που θυμάμαι εγώ ήταν γεμάτες ζωή.
Όμως εκείνο που δεν ξέχασα ποτέ ήταν η μυρωδιά.
Κάθε απόγευμα, όταν η μεγάλη ζέστη άρχιζε να πέφτει, από τον λόγγο ερχόταν η μυρωδιά της μυρτιάς.
Ένα άρωμα γλυκό.
Ήσυχο.
Διακριτικό.
Έφτανε μέχρι τη σπιάντζα και ανακατευόταν με την αλμύρα της θάλασσας.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Οι βάρκες άλλαξαν.
Οι άνθρωποι άλλαξαν.
Ο κόσμος άλλαξε.
Όμως μερικά πράγματα μένουν.
Ακόμη και σήμερα, αν μυρίσω μυρτιά μέσα στο κατακαλόκαιρο, επιστρέφω αμέσως εκεί.
Στη σπιάντζα τ’ Άι Γιάννη.
Στην Άτοκο.
Κάτω από την τέντα της βάρκας.
Με τ’ αδέλφια μου ή με φίλους.
Να περιμένουμε το παραγάδι.
Να κοιτάζουμε τη θάλασσα.
Και κάποιος να λέει:
— τι λες;
— δεν κατέβασε ακόμα ο μαΐστρος.
Κι εκείνη τη στιγμή να πιστεύουμε πως αυτά τα καλοκαίρια δεν θα τελειώσουν ποτέ.
Τελείωσαν.
Όπως τελειώνουν όλα.
Αλλά έμειναν οι λέξεις.
Η σπιάντζα.
Η άλμπα.
Η πρίμα σέρα.
Ο μαΐστρος που κατέβαζε.
Και η μυρωδιά της μυρτιάς που ερχόταν από τον λόγγο τ’ Άι Γιάννη.
Κι όσο υπάρχουν αυτές οι αναμνήσεις, ένα κομμάτι από εκείνα τα καλοκαίρια θα ταξιδεύει ακόμη στο Ιόνιο.
**«τ’ άι γιάννη θάναι σήμερα, θαρρώ.
κι η μυρωδιά της μυρτιάς να κατεβαίνει ακόμη από τον λόγγο.»** — δδμανιάς


