ο αυτόλυκος, παππούς του οδυσσέα, δεν ήταν κανένας άγιος.
οι αρχαίοι τον περιγράφουν ως κλέφτη, απατεώνα και πειρατή.
ήταν τόσο ικανός στις κομπίνες ώστε ακόμη και οι θεοί τον θαύμαζαν.
κανείς όμως δεν μας άφησε τις μαρτυρίες των θυμάτων του.
ο νικητής γράφει την ιστορία.
οι άλλοι γράφουν τον πόνο τους στην άμμο.
οι έλληνες υπήρξαν πάντα λαός της θάλασσας.
έμποροι.
ναυτικοί.
εξερευνητές.
πολεμιστές.
και συχνά άνθρωποι που θεωρούσαν πως ένας νόμος γραμμένος στην ξηρά δεν είχε πάντα την ίδια αξία πάνω στο κύμα.
η θάλασσα είχε τους δικούς της κανόνες.
το έμαθα κι εγώ νέος.
τη δεκαετία του εξήντα μπαρκάρισα δόκιμος.
μέσα σε έναν χρόνο έγινα ναύτης.
διπλός μισθός.
διπλές χαρές.
βόρεια ευρώπη.
αργεντινή.
και πάλι πίσω.
τότε ο κόσμος ήταν μεγαλύτερος.
κι εμείς μικρότεροι.
περνούσαμε από το sao vicente, τα πορτογαλικά νησιά στη μέση του ατλαντικού.
φορτώναμε χιλιάδες κούτες marlboro.
τις ξεφορτώναμε αργότερα σε μπάριζες έξω από το montevideo.
πριν μπούμε στο buenos aires.
δεν ήταν μυστικό.
ούτε κάτι σπάνιο.
σχεδόν όλα τα καράβια που ταξίδευαν εκεί κάτω κάτι κουβαλούσαν παραπάνω από τα χαρτιά τους.
η δουλειά άρχιζε από τον εφοπλιστή.
το πλήρωμα βοηθούσε.
και σιγά σιγά μάθαινε.
αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται πουκάμισα περλόν από το ρότερνταμ.
μπουκάλια johnny walker.
κι άλλες κούτες τσιγάρων.
τα λεφτά έπεφταν εύκολα.
για δυο χρόνια η ζωή χαμογελούσε.
είχαμε λεφτά.
είχαμε παρέες.
είχαμε κοπέλες.
είχαμε την ψευδαίσθηση πως η τύχη θα κρατήσει για πάντα.
η τύχη όμως είναι γυναίκα δύστροπη.
μια μέρα στο buenos aires μας περίμενε η prefectura.
βρήκαν τα κρυμμένα.
σταμάτησε η φόρτωση.
το καράβι βγήκε σε ντόκο αναμονής.
περιμέναμε έναν μήνα.
ο εφοπλιστής αγρίεψε.
μας φώναξε όλους.
ήθελε να μάθει ποιανού ήταν οι κούτες.
κανείς δεν μιλούσε.
όλοι ήξεραν.
κανείς δεν ήξερε τίποτα.
παλιός ναυτικός νόμος.
στο τέλος ήρθαν τα πρόστιμα.
πλήρωσε το πλήρωμα.
πλήρωσε ο εφοπλιστής.
πλήρωσαν και κάποιοι άλλοι που δεν έμαθα ποτέ.
και ξαφνικά το καράβι ξεκόλλησε.
η φόρτωση συνεχίστηκε.
η ζωή συνέχισε.
όπως συνέβαινε πάντοτε.
τότε κατάλαβα κάτι.
ο άνθρωπος δεν άλλαξε πολύ από την εποχή του αυτόλυκου.
άλλαξαν τα καράβια.
άλλαξαν οι μηχανές.
άλλαξαν τα λιμάνια.
άλλαξαν τα χαρτιά.
ο άνθρωπος όμως έμεινε σχεδόν ίδιος.
πάντα έψαχνε έναν τρόπο να κερδίσει λίγο παραπάνω.
πάντα πίστευε ότι δεν θα τον πιάσουν.
πάντα έβρισκε μια δικαιολογία για τον εαυτό του.
και πάντα κατηγορούσε τους άλλους όταν ερχόταν ο λογαριασμός.
γι’ αυτό όταν διαβάζω για τον αυτόλυκο χαμογελώ.
όχι γιατί τον θαυμάζω.
ούτε γιατί τον καταδικάζω.
αλλά γιατί αναγνωρίζω μέσα του κάτι πολύ παλιό.
κάτι που ταξιδεύει μαζί με τον άνθρωπο εδώ και χιλιάδες χρόνια.
την αιώνια προσπάθεια να κερδίσει λίγο περισσότερα απ’ όσα του αναλογούν.
κι αν τα καταφέρει, γίνεται θρύλος.
αν δεν τα καταφέρει, γίνεται είδηση στην εφημερίδα.
ο νικητής γράφει την ιστορία.
οι υπόλοιποι απλώς τη ζουν.
Ο «Δόκιμος» του Καββαδία δεν είναι μόνο ένας νεαρός ναυτικός. Είναι κάθε άνθρωπος που μπαίνει στη ζωή πιστεύοντας ότι όλα είναι απλά και δίκαια. Και σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι ο κόσμος είναι πιο σύνθετος, πιο πονηρός, αλλά και πιο ενδιαφέρων απ’ όσο φανταζόταν. Γι’ αυτό και τόσοι ναυτικοί αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα του. Γιατί κάποτε όλοι υπήρξαν δόκιμοι.


